HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κινώ — definition

Conjugation of κινώ

Regular CEFR B1
ciˈno

προκαλώ την αλλαγή της θέσης ενός σώματος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κινώ (κινάω →)
εσύ κινείς
αυτός / αυτή / αυτό κινεί
εμείς κινούμε
εσείς κινείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κινούν
Παρατατικός
εγώ κινούσα
εσύ κινούσες
αυτός / αυτή / αυτό κινούσε
εμείς κινούσαμε
εσείς κινούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κινούσαν
Αόριστος
εγώ κίνησα
εσύ κίνησες
αυτός / αυτή / αυτό κίνησε
εμείς κινήσαμε
εσείς κινήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κίνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κινήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κινήσω
εσύ κινήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κινήσει
εμείς κινήσουμε
εσείς κινήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κινήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κινείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κίνησε
εσείς κινήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κινήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κινούμαι
εσύ κινείσαι
αυτός / αυτή / αυτό κινείται
εμείς κινούμαστε
εσείς κινείστε
αυτοί / αυτές / αυτά κινούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό κινούνταν
εμείς κινούμασταν
εσείς [κινούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά κινούνταν
Αόριστος
εγώ κινήθηκα
εσύ κινήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κινήθηκε
εμείς κινηθήκαμε
εσείς κινηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κινήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κινηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κινηθώ
εσύ κινηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κινηθεί
εμείς κινηθούμε
εσείς κινηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κινηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κινείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κινήσου
εσείς κινηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κινηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary