Conjugation of κινδυνεύω
cin.ðiˈne.voαντιμετωπίζω κίνδυνο, βρίσκομαι σε επικίνδυνη θέση ή κατάσταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κινδυνεύω |
| εσύ | κινδυνεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κινδυνεύει |
| εμείς | κινδυνεύουμε |
| εσείς | κινδυνεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κινδυνεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | κινδύνευα |
| εσύ | κινδύνευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κινδύνευε |
| εμείς | κινδυνεύαμε |
| εσείς | κινδυνεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κινδύνευαν |
Αόριστος
| εγώ | κινδύνεψα |
| εσύ | κινδύνεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κινδύνεψε |
| εμείς | κινδυνέψαμε |
| εσείς | κινδυνέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κινδύνεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κινδυνέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κινδυνέψω |
| εσύ | κινδυνέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κινδυνέψει |
| εμείς | κινδυνέψουμε |
| εσείς | κινδυνέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κινδυνέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κινδύνευε |
| εσείς | κινδυνεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κινδύνεψε |
| εσείς | κινδυνέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κινδυνέψει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.