HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κινδυνεύω — definition

Conjugation of κινδυνεύω

Regular CEFR C2
cin.ðiˈne.vo

αντιμετωπίζω κίνδυνο, βρίσκομαι σε επικίνδυνη θέση ή κατάσταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κινδυνεύω
εσύ κινδυνεύεις
αυτός / αυτή / αυτό κινδυνεύει
εμείς κινδυνεύουμε
εσείς κινδυνεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά κινδυνεύουν
Παρατατικός
εγώ κινδύνευα
εσύ κινδύνευες
αυτός / αυτή / αυτό κινδύνευε
εμείς κινδυνεύαμε
εσείς κινδυνεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κινδύνευαν
Αόριστος
εγώ κινδύνεψα
εσύ κινδύνεψες
αυτός / αυτή / αυτό κινδύνεψε
εμείς κινδυνέψαμε
εσείς κινδυνέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά κινδύνεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κινδυνέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κινδυνέψω
εσύ κινδυνέψεις
αυτός / αυτή / αυτό κινδυνέψει
εμείς κινδυνέψουμε
εσείς κινδυνέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κινδυνέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κινδύνευε
εσείς κινδυνεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κινδύνεψε
εσείς κινδυνέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κινδυνέψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary