Conjugation of κηλιδώνω
αποτελώ ηθική κηλίδα, σπιλώνω, ντροπιάζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κηλιδώνω |
| εσύ | κηλιδώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηλιδώνει |
| εμείς | κηλιδώνουμε |
| εσείς | κηλιδώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηλιδώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κηλίδωνα |
| εσύ | κηλίδωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηλίδωνε |
| εμείς | κηλιδώναμε |
| εσείς | κηλιδώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηλίδωναν |
Αόριστος
| εγώ | κηλίδωσα |
| εσύ | κηλίδωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηλίδωσε |
| εμείς | κηλιδώσαμε |
| εσείς | κηλιδώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηλίδωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κηλιδώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κηλιδώσω |
| εσύ | κηλιδώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηλιδώσει |
| εμείς | κηλιδώσουμε |
| εσείς | κηλιδώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηλιδώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κηλίδωνε |
| εσείς | κηλιδώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κηλίδωσε |
| εσείς | κηλιδώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κηλιδώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κηλιδώνομαι |
| εσύ | κηλιδώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηλιδώνεται |
| εμείς | κηλιδωνόμαστε |
| εσείς | κηλιδώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηλιδώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | κηλιδωνόμουν |
| εσύ | κηλιδωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηλιδωνόταν |
| εμείς | κηλιδωνόμασταν |
| εσείς | κηλιδωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηλιδώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | κηλιδώσηκα |
| εσύ | κηλιδώσηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηλιδώσηκε |
| εμείς | κηλιδωσήκαμε |
| εσείς | κηλιδωσήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηλιδώσηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κηλιδωσώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κηλιδωσώ |
| εσύ | κηλιδωσείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηλιδωσεί |
| εμείς | κηλιδωσούμε |
| εσείς | κηλιδωσείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηλιδωσούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κηλιδώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κηλιδώσου |
| εσείς | κηλιδωσείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κηλιδωσεί |