HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κερνάω — definition

Conjugation of κερνάω

Regular CEFR C1
ceɾˈna.o

πληρώνω το λογαριασμό ή τα έξοδα κάποιου ή κάποιων σαν δώρο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κερνάω
εσύ κερνάς
αυτός / αυτή / αυτό κερνάει
εμείς κερνάμε
εσείς κερνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά κερνάνε
Παρατατικός
εγώ κερνούσα
εσύ κερνούσες
αυτός / αυτή / αυτό κερνούσε
εμείς κερνούσαμε
εσείς κερνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κερνούσαν
Αόριστος
εγώ κέρασα
εσύ κέρασες
αυτός / αυτή / αυτό κέρασε
εμείς κεράσαμε
εσείς κεράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κέρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κεράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κεράσω
εσύ κεράσεις
αυτός / αυτή / αυτό κεράσει
εμείς κεράσουμε
εσείς κεράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κεράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κέρνα
εσείς κερνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κέρασε
εσείς κεράστε
Απαρέμφατο αορίστου
κεράσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κερνιέμαι
εσύ κερνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό κερνιέται
εμείς κερνιόμαστε
εσείς κερνιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κερνιούνται
Παρατατικός
εγώ κερνιόμουν
εσύ κερνιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κερνιόταν
εμείς κερνιόμασταν
εσείς κερνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κερνιόνταν
Αόριστος
εγώ κεράστηκα
εσύ κεράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κεράστηκε
εμείς κεραστήκαμε
εσείς κεραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κεράστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κεραστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κεραστώ
εσύ κεραστείς
αυτός / αυτή / αυτό κεραστεί
εμείς κεραστούμε
εσείς κεραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κεραστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κερνιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κεράσου
εσείς κεραστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κεραστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary