Conjugation of κερδίζω
cerˈðizoέχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κερδίζω |
| εσύ | κερδίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κερδίζει |
| εμείς | κερδίζουμε |
| εσείς | κερδίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κερδίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κέρδιζα |
| εσύ | κέρδιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κέρδιζε |
| εμείς | κερδίζαμε |
| εσείς | κερδίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κέρδιζαν |
Αόριστος
| εγώ | κέρδισα |
| εσύ | κέρδισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κέρδισε |
| εμείς | κερδίσαμε |
| εσείς | κερδίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κέρδισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κερδίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κερδίσω |
| εσύ | κερδίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κερδίσει |
| εμείς | κερδίσουμε |
| εσείς | κερδίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κερδίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κέρδιζε |
| εσείς | κερδίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κέρδισε |
| εσείς | κερδίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κερδίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κερδίζομαι |
| εσύ | κερδίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κερδίζεται |
| εμείς | κερδιζόμαστε |
| εσείς | κερδίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κερδίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | κερδιζόμουν |
| εσύ | κερδιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κερδιζόταν |
| εμείς | κερδιζόμασταν |
| εσείς | κερδιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κερδίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | κερδήθηκα |
| εσύ | κερδήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κερδήθηκε |
| εμείς | κερδηθήκαμε |
| εσείς | κερδηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κερδήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κερδηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κερδηθώ |
| εσύ | κερδηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κερδηθεί |
| εμείς | κερδηθούμε |
| εσείς | κερδηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κερδηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κερδίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κερδίσου |
| εσείς | κερδηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κερδηθεί |