HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κερδίζω — definition

Conjugation of κερδίζω

Regular CEFR C1
cerˈðizo

έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κερδίζω
εσύ κερδίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κερδίζει
εμείς κερδίζουμε
εσείς κερδίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κερδίζουν
Παρατατικός
εγώ κέρδιζα
εσύ κέρδιζες
αυτός / αυτή / αυτό κέρδιζε
εμείς κερδίζαμε
εσείς κερδίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κέρδιζαν
Αόριστος
εγώ κέρδισα
εσύ κέρδισες
αυτός / αυτή / αυτό κέρδισε
εμείς κερδίσαμε
εσείς κερδίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κέρδισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κερδίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κερδίσω
εσύ κερδίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κερδίσει
εμείς κερδίσουμε
εσείς κερδίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κερδίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κέρδιζε
εσείς κερδίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κέρδισε
εσείς κερδίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κερδίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κερδίζομαι
εσύ κερδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κερδίζεται
εμείς κερδιζόμαστε
εσείς κερδίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κερδίζονται
Παρατατικός
εγώ κερδιζόμουν
εσύ κερδιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κερδιζόταν
εμείς κερδιζόμασταν
εσείς κερδιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κερδίζονταν
Αόριστος
εγώ κερδήθηκα
εσύ κερδήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κερδήθηκε
εμείς κερδηθήκαμε
εσείς κερδηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κερδήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κερδηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κερδηθώ
εσύ κερδηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κερδηθεί
εμείς κερδηθούμε
εσείς κερδηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κερδηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κερδίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κερδίσου
εσείς κερδηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κερδηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary