HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κερατώνω — definition

Conjugation of κερατώνω

Regular CEFR B2
ce.ɾaˈto.no

μοιχεύω, απατώ, απιστώ στον ερωτικό μου σύντροφο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κερατώνω
εσύ κερατώνεις
αυτός / αυτή / αυτό κερατώνει
εμείς κερατώνουμε
εσείς κερατώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κερατώνουν
Παρατατικός
εγώ κεράτωνα
εσύ κεράτωνες
αυτός / αυτή / αυτό κεράτωνε
εμείς κερατώναμε
εσείς κερατώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κεράτωναν
Αόριστος
εγώ κεράτωσα
εσύ κεράτωσες
αυτός / αυτή / αυτό κεράτωσε
εμείς κερατώσαμε
εσείς κερατώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κεράτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κερατώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κερατώσω
εσύ κερατώσεις
αυτός / αυτή / αυτό κερατώσει
εμείς κερατώσουμε
εσείς κερατώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κερατώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κεράτωνε
εσείς κερατώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κεράτωσε
εσείς κερατώστε
Απαρέμφατο αορίστου
κερατώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κερατώνομαι
εσύ κερατώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κερατώνεται
εμείς κερατωνόμαστε
εσείς κερατώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κερατώνονται
Παρατατικός
εγώ κερατωνόμουν
εσύ κερατωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κερατωνόταν
εμείς κερατωνόμασταν
εσείς κερατωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κερατώνονταν
Αόριστος
εγώ κερατώθηκα
εσύ κερατώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κερατώθηκε
εμείς κερατωθήκαμε
εσείς κερατωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κερατώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κερατωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κερατωθώ
εσύ κερατωθείς
αυτός / αυτή / αυτό κερατωθεί
εμείς κερατωθούμε
εσείς κερατωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κερατωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κερατώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κερατώσου
εσείς κερατωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κερατωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary