HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κεντρίζω — definition

Conjugation of κεντρίζω

Regular CEFR B2

μπολιάζω, σχίζω ένα τμήμα φυτού και τοποθετώ μέσα σε αυτό μπόλι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κεντρίζω
εσύ κεντρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κεντρίζει
εμείς κεντρίζουμε
εσείς κεντρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντρίζουν
Παρατατικός
εγώ κέντριζα
εσύ κέντριζες
αυτός / αυτή / αυτό κέντριζε
εμείς κεντρίζαμε
εσείς κεντρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κέντριζαν
Αόριστος
εγώ κέντρισα
εσύ κέντρισες
αυτός / αυτή / αυτό κέντρισε
εμείς κεντρίσαμε
εσείς κεντρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κέντρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κεντρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κεντρίσω
εσύ κεντρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κεντρίσει
εμείς κεντρίσουμε
εσείς κεντρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κέντριζε
εσείς κεντρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κέντρισε
εσείς κεντρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κεντρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κεντρίζομαι
εσύ κεντρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κεντρίζεται
εμείς κεντριζόμαστε
εσείς κεντρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντρίζονται
Παρατατικός
εγώ κεντριζόμουν
εσύ κεντριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κεντριζόταν
εμείς κεντριζόμασταν
εσείς κεντριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κεντρίζονταν
Αόριστος
εγώ κεντρίστηκα
εσύ κεντρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κεντρίστηκε
εμείς κεντριστήκαμε
εσείς κεντριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κεντριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κεντριστώ
εσύ κεντριστείς
αυτός / αυτή / αυτό κεντριστεί
εμείς κεντριστούμε
εσείς κεντριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κεντρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κεντρίσου
εσείς κεντριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κεντριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary