Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κελαϊδάω |
| εσύ | κελαϊδάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κελαϊδάει |
| εμείς | κελαϊδάμε |
| εσείς | κελαϊδάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κελαϊδάνε |
Παρατατικός
| εγώ | κελαϊδούσα |
| εσύ | κελαϊδούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κελαϊδούσε |
| εμείς | κελαϊδούσαμε |
| εσείς | κελαϊδούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κελαϊδούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κελάιδησα |
| εσύ | κελάιδησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κελάιδησε |
| εμείς | κελαϊδήσαμε |
| εσείς | κελαϊδήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κελάιδησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κελαϊδήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κελαϊδήσω |
| εσύ | κελαϊδήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κελαϊδήσει |
| εμείς | κελαϊδήσουμε |
| εσείς | κελαϊδήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κελαϊδήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κελάιδα |
| εσείς | κελαϊδάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κελάιδησε |
| εσείς | κελαϊδήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κελαϊδήσει |