Conjugation of καυτηριάζω
ka.fti.ɾiˈa.zoκαίω (π.χ. μια πληγή) με ειδικό εργαλείο ή ουσία για να (την) θεραπεύσω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καυτηριάζω |
| εσύ | καυτηριάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυτηριάζει |
| εμείς | καυτηριάζουμε |
| εσείς | καυτηριάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυτηριάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | καυτηρίαζα |
| εσύ | καυτηρίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυτηρίαζε |
| εμείς | καυτηριάζαμε |
| εσείς | καυτηριάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυτηρίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | καυτηρίασαα |
| εσύ | καυτηρίασαες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυτηρίασαε |
| εμείς | καυτηριάσαμε |
| εσείς | καυτηριάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυτηρίασααν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καυτηριάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καυτηριάσω |
| εσύ | καυτηριάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυτηριάσει |
| εμείς | καυτηριάσουμε |
| εσείς | καυτηριάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυτηριάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καυτηρίαζε |
| εσείς | καυτηριάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καυτηρίασαε |
| εσείς | καυτηριάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καυτηριάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καυτηριάζομαι |
| εσύ | καυτηριάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυτηριάζεται |
| εμείς | καυτηριαζόμαστε |
| εσείς | καυτηριάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυτηριάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | καυτηριαζόμουν |
| εσύ | καυτηριαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυτηριαζόταν |
| εμείς | καυτηριαζόμασταν |
| εσείς | καυτηριαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυτηριάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | καυτηριάστηκα |
| εσύ | καυτηριάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυτηριάστηκε |
| εμείς | καυτηριαστήκαμε |
| εσείς | καυτηριαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυτηριάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καυτηριαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καυτηριαστώ |
| εσύ | καυτηριαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυτηριαστεί |
| εμείς | καυτηριαστούμε |
| εσείς | καυτηριαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυτηριαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καυτηριάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καυτηριάσου |
| εσείς | καυτηριαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καυτηριαστεί |