HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καυτηριάζω — definition

Conjugation of καυτηριάζω

Regular CEFR B2
ka.fti.ɾiˈa.zo

καίω (π.χ. μια πληγή) με ειδικό εργαλείο ή ουσία για να (την) θεραπεύσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καυτηριάζω
εσύ καυτηριάζεις
αυτός / αυτή / αυτό καυτηριάζει
εμείς καυτηριάζουμε
εσείς καυτηριάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά καυτηριάζουν
Παρατατικός
εγώ καυτηρίαζα
εσύ καυτηρίαζες
αυτός / αυτή / αυτό καυτηρίαζε
εμείς καυτηριάζαμε
εσείς καυτηριάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά καυτηρίαζαν
Αόριστος
εγώ καυτηρίασαα
εσύ καυτηρίασαες
αυτός / αυτή / αυτό καυτηρίασαε
εμείς καυτηριάσαμε
εσείς καυτηριάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καυτηρίασααν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καυτηριάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καυτηριάσω
εσύ καυτηριάσεις
αυτός / αυτή / αυτό καυτηριάσει
εμείς καυτηριάσουμε
εσείς καυτηριάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καυτηριάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καυτηρίαζε
εσείς καυτηριάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καυτηρίασαε
εσείς καυτηριάστε
Απαρέμφατο αορίστου
καυτηριάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καυτηριάζομαι
εσύ καυτηριάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καυτηριάζεται
εμείς καυτηριαζόμαστε
εσείς καυτηριάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καυτηριάζονται
Παρατατικός
εγώ καυτηριαζόμουν
εσύ καυτηριαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καυτηριαζόταν
εμείς καυτηριαζόμασταν
εσείς καυτηριαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καυτηριάζονταν
Αόριστος
εγώ καυτηριάστηκα
εσύ καυτηριάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό καυτηριάστηκε
εμείς καυτηριαστήκαμε
εσείς καυτηριαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καυτηριάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καυτηριαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καυτηριαστώ
εσύ καυτηριαστείς
αυτός / αυτή / αυτό καυτηριαστεί
εμείς καυτηριαστούμε
εσείς καυτηριαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καυτηριαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καυτηριάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καυτηριάσου
εσείς καυτηριαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καυτηριαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary