HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καυλώνω — definition

Conjugation of καυλώνω

Regular CEFR B1
kaˈvlo.no

ερεθίζομαι σεξουαλικά, ανάβω, έχω έντονη επιθυμία για συνουσία, έχω καύλες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καυλώνω
εσύ καυλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό καυλώνει
εμείς καυλώνουμε
εσείς καυλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά καυλώνουν
Παρατατικός
εγώ καύλωνα
εσύ καύλωνες
αυτός / αυτή / αυτό καύλωνε
εμείς καυλώναμε
εσείς καυλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά καύλωναν
Αόριστος
εγώ καύλωσα
εσύ καύλωσες
αυτός / αυτή / αυτό καύλωσε
εμείς καυλώσαμε
εσείς καυλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καύλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καυλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καυλώσω
εσύ καυλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό καυλώσει
εμείς καυλώσουμε
εσείς καυλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καυλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καύλωνε
εσείς καυλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καύλωσε
εσείς καυλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
καυλώσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary