Conjugation of κατσαδιάζω
ka.tsaˈðʝa.zoκάνω έντονη παρατήρηση σε κάποιον, μαλώνω με έντονο τρόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατσαδιάζω |
| εσύ | κατσαδιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατσαδιάζει |
| εμείς | κατσαδιάζουμε |
| εσείς | κατσαδιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατσαδιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατσάδιαζα |
| εσύ | κατσάδιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατσάδιαζε |
| εμείς | κατσαδιάζαμε |
| εσείς | κατσαδιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατσάδιαζαν |
Αόριστος
| εγώ | κατσάδιασα |
| εσύ | κατσάδιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατσάδιασε |
| εμείς | κατσαδιάσαμε |
| εσείς | κατσαδιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατσάδιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατσαδιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατσαδιάσω |
| εσύ | κατσαδιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατσαδιάσει |
| εμείς | κατσαδιάσουμε |
| εσείς | κατσαδιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατσαδιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατσάδιαζε |
| εσείς | κατσαδιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατσάδιασε |
| εσείς | κατσαδιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατσαδιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατσαδιάζομαι |
| εσύ | κατσαδιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατσαδιάζεται |
| εμείς | κατσαδιαζόμαστε |
| εσείς | κατσαδιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατσαδιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | κατσαδιαζόμουν |
| εσύ | κατσαδιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατσαδιαζόταν |
| εμείς | κατσαδιαζόμασταν |
| εσείς | κατσαδιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατσαδιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | κατσαδιάστηκα |
| εσύ | κατσαδιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατσαδιάστηκε |
| εμείς | κατσαδιαστήκαμε |
| εσείς | κατσαδιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατσαδιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατσαδιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατσαδιαστώ |
| εσύ | κατσαδιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατσαδιαστεί |
| εμείς | κατσαδιαστούμε |
| εσείς | κατσαδιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατσαδιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατσαδιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατσαδιάσου |
| εσείς | κατσαδιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατσαδιαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.