HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κατσαδιάζω — definition

Conjugation of κατσαδιάζω

Regular CEFR B2
ka.tsaˈðʝa.zo

κάνω έντονη παρατήρηση σε κάποιον, μαλώνω με έντονο τρόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατσαδιάζω
εσύ κατσαδιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό κατσαδιάζει
εμείς κατσαδιάζουμε
εσείς κατσαδιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατσαδιάζουν
Παρατατικός
εγώ κατσάδιαζα
εσύ κατσάδιαζες
αυτός / αυτή / αυτό κατσάδιαζε
εμείς κατσαδιάζαμε
εσείς κατσαδιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατσάδιαζαν
Αόριστος
εγώ κατσάδιασα
εσύ κατσάδιασες
αυτός / αυτή / αυτό κατσάδιασε
εμείς κατσαδιάσαμε
εσείς κατσαδιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατσάδιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατσαδιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατσαδιάσω
εσύ κατσαδιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό κατσαδιάσει
εμείς κατσαδιάσουμε
εσείς κατσαδιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατσαδιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατσάδιαζε
εσείς κατσαδιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατσάδιασε
εσείς κατσαδιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
κατσαδιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατσαδιάζομαι
εσύ κατσαδιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κατσαδιάζεται
εμείς κατσαδιαζόμαστε
εσείς κατσαδιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κατσαδιάζονται
Παρατατικός
εγώ κατσαδιαζόμουν
εσύ κατσαδιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κατσαδιαζόταν
εμείς κατσαδιαζόμασταν
εσείς κατσαδιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κατσαδιάζονταν
Αόριστος
εγώ κατσαδιάστηκα
εσύ κατσαδιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κατσαδιάστηκε
εμείς κατσαδιαστήκαμε
εσείς κατσαδιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατσαδιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατσαδιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατσαδιαστώ
εσύ κατσαδιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό κατσαδιαστεί
εμείς κατσαδιαστούμε
εσείς κατσαδιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατσαδιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατσαδιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατσαδιάσου
εσείς κατσαδιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κατσαδιαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary