Conjugation of κατουράω
ka.tuˈɾa.oτρομάζω πολύ, σαν να κατουριέμαι από φόβο ή εξαιτίας προηγούμενης επώδυνης εμπειρίας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατουράω |
| εσύ | κατουράς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατουράει |
| εμείς | κατουράμε |
| εσείς | κατουράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατουράνε |
Παρατατικός
| εγώ | κατουρούσα |
| εσύ | κατουρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατουρούσε |
| εμείς | κατουρούσαμε |
| εσείς | κατουρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατουρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κατούρησα |
| εσύ | κατούρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατούρησε |
| εμείς | κατουρήσαμε |
| εσείς | κατουρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατούρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατουρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατουρήσω |
| εσύ | κατουρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατουρήσει |
| εμείς | κατουρήσουμε |
| εσείς | κατουρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατουρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατούρα |
| εσείς | κατουράτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατούρησε |
| εσείς | κατουρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατουρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατουριέμαι |
| εσύ | κατουριέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατουριέται |
| εμείς | κατουριόμαστε |
| εσείς | κατουριέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατουριούνται |
Παρατατικός
| εγώ | κατουριόμουν |
| εσύ | κατουριόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατουριόταν |
| εμείς | κατουριόμασταν |
| εσείς | κατουριόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατουριόνταν |
Αόριστος
| εγώ | κατουρήθηκα |
| εσύ | κατουρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατουρήθηκε |
| εμείς | κατουρηθήκαμε |
| εσείς | κατουρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατουρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατουρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατουρηθώ |
| εσύ | κατουρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατουρηθεί |
| εμείς | κατουρηθούμε |
| εσείς | κατουρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατουρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατουριέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατουρήσου |
| εσείς | κατουρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατουρηθεί |