HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κατουράω — definition

Conjugation of κατουράω

Regular CEFR C2
ka.tuˈɾa.o

τρομάζω πολύ, σαν να κατουριέμαι από φόβο ή εξαιτίας προηγούμενης επώδυνης εμπειρίας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατουράω
εσύ κατουράς
αυτός / αυτή / αυτό κατουράει
εμείς κατουράμε
εσείς κατουράτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατουράνε
Παρατατικός
εγώ κατουρούσα
εσύ κατουρούσες
αυτός / αυτή / αυτό κατουρούσε
εμείς κατουρούσαμε
εσείς κατουρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατουρούσαν
Αόριστος
εγώ κατούρησα
εσύ κατούρησες
αυτός / αυτή / αυτό κατούρησε
εμείς κατουρήσαμε
εσείς κατουρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατούρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατουρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατουρήσω
εσύ κατουρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κατουρήσει
εμείς κατουρήσουμε
εσείς κατουρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατουρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατούρα
εσείς κατουράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατούρησε
εσείς κατουρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κατουρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατουριέμαι
εσύ κατουριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό κατουριέται
εμείς κατουριόμαστε
εσείς κατουριέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κατουριούνται
Παρατατικός
εγώ κατουριόμουν
εσύ κατουριόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κατουριόταν
εμείς κατουριόμασταν
εσείς κατουριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κατουριόνταν
Αόριστος
εγώ κατουρήθηκα
εσύ κατουρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κατουρήθηκε
εμείς κατουρηθήκαμε
εσείς κατουρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατουρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατουρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατουρηθώ
εσύ κατουρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κατουρηθεί
εμείς κατουρηθούμε
εσείς κατουρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατουρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατουριέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατουρήσου
εσείς κατουρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κατουρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary