HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κατοικώ — definition

Conjugation of κατοικώ

Regular CEFR B1
ka.tiˈko

χρησιμοποιώ ένα κτίσμα ως κατοικία, έχω το σπίτι μου και ζω σε έναν τόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατοικώ
εσύ κατοικείς
αυτός / αυτή / αυτό κατοικεί
εμείς κατοικούμε
εσείς κατοικείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατοικούν
Παρατατικός
εγώ κατοικούσα
εσύ κατοικούσες
αυτός / αυτή / αυτό κατοικούσε
εμείς κατοικούσαμε
εσείς κατοικούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατοικούσαν
Αόριστος
εγώ κατοίκησα
εσύ κατοίκησες
αυτός / αυτή / αυτό κατοίκησε
εμείς κατοικήσαμε
εσείς κατοικήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατοίκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατοικήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατοικήσω
εσύ κατοικήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κατοικήσει
εμείς κατοικήσουμε
εσείς κατοικήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατοικήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατοικείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατοίκησε
εσείς κατοικήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κατοικήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατοικούμαι
εσύ κατοικείσαι
αυτός / αυτή / αυτό κατοικείται
εμείς κατοικούμαστε
εσείς κατοικείστε
αυτοί / αυτές / αυτά κατοικούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό κατοικούνταν
εμείς κατοικούμασταν
εσείς [κατοικούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά κατοικούνταν
Αόριστος
εγώ κατοικήθηκα
εσύ κατοικήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κατοικήθηκε
εμείς κατοικηθήκαμε
εσείς κατοικηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατοικήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατοικηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατοικηθώ
εσύ κατοικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κατοικηθεί
εμείς κατοικηθούμε
εσείς κατοικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατοικηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατοικείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατοικήσου
εσείς κατοικηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κατοικηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary