Conjugation of κατοικώ
ka.tiˈkoχρησιμοποιώ ένα κτίσμα ως κατοικία, έχω το σπίτι μου και ζω σε έναν τόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατοικώ |
| εσύ | κατοικείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατοικεί |
| εμείς | κατοικούμε |
| εσείς | κατοικείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατοικούν |
Παρατατικός
| εγώ | κατοικούσα |
| εσύ | κατοικούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατοικούσε |
| εμείς | κατοικούσαμε |
| εσείς | κατοικούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατοικούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κατοίκησα |
| εσύ | κατοίκησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατοίκησε |
| εμείς | κατοικήσαμε |
| εσείς | κατοικήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατοίκησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατοικήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατοικήσω |
| εσύ | κατοικήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατοικήσει |
| εμείς | κατοικήσουμε |
| εσείς | κατοικήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατοικήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατοικείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατοίκησε |
| εσείς | κατοικήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατοικήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατοικούμαι |
| εσύ | κατοικείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατοικείται |
| εμείς | κατοικούμαστε |
| εσείς | κατοικείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατοικούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | κατοικούνταν |
| εμείς | κατοικούμασταν |
| εσείς | [κατοικούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατοικούνταν |
Αόριστος
| εγώ | κατοικήθηκα |
| εσύ | κατοικήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατοικήθηκε |
| εμείς | κατοικηθήκαμε |
| εσείς | κατοικηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατοικήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατοικηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατοικηθώ |
| εσύ | κατοικηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατοικηθεί |
| εμείς | κατοικηθούμε |
| εσείς | κατοικηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατοικηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατοικείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατοικήσου |
| εσείς | κατοικηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατοικηθεί |