HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κατισχύω — definition

Conjugation of κατισχύω

Regular CEFR B2
ka.tiˈsçi.o

επικρατώ σε όλους τους τομείς, πλήρως Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατισχύω
εσύ κατισχύεις
αυτός / αυτή / αυτό κατισχύει
εμείς κατισχύουμε
εσείς κατισχύετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατισχύουν
Παρατατικός
εγώ κατίσχυα
εσύ κατίσχυες
αυτός / αυτή / αυτό κατίσχυε
εμείς κατισχύαμε
εσείς κατισχύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατίσχυαν
Αόριστος
εγώ κατίσχυσα
εσύ κατίσχυσες
αυτός / αυτή / αυτό κατίσχυσε
εμείς κατισχύσαμε
εσείς κατισχύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατίσχυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατισχύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατισχύσω
εσύ κατισχύσεις
αυτός / αυτή / αυτό κατισχύσει
εμείς κατισχύσουμε
εσείς κατισχύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατισχύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατίσχυε
εσείς κατισχύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατίσχυσε
εσείς κατισχύστε
Απαρέμφατο αορίστου
κατισχύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary