Conjugation of κατηγορώ
ka.ti.ɣoˈɾoσχολιάζω αρνητικά κάποιον,του αποδίδω ευθύνες για το αποτέλεσμα μιας ενέργειας/κατάστασης ή μιας πράξης που τιμωρείται από τον νόμο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατηγορώ |
| εσύ | κατηγορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατηγορεί |
| εμείς | κατηγορούμε |
| εσείς | κατηγορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατηγορούν |
Παρατατικός
| εγώ | κατηγορούσα |
| εσύ | κατηγορούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατηγορούσε |
| εμείς | κατηγορούσαμε |
| εσείς | κατηγορούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατηγορούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κατηγόρησα |
| εσύ | κατηγόρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατηγόρησε |
| εμείς | κατηγορήσαμε |
| εσείς | κατηγορήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατηγόρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατηγορήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατηγορήσω |
| εσύ | κατηγορήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατηγορήσει |
| εμείς | κατηγορήσουμε |
| εσείς | κατηγορήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατηγορήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατηγορείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατηγόρησε |
| εσείς | κατηγορήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατηγορήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατηγορούμαι |
| εσύ | κατηγορείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατηγορείται |
| εμείς | κατηγορούμαστε |
| εσείς | κατηγορείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατηγορούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | κατηγορούνταν |
| εμείς | κατηγορούμασταν |
| εσείς | [κατηγορούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατηγορούνταν |
Αόριστος
| εγώ | κατηγορήθηκα |
| εσύ | κατηγορήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατηγορήθηκε |
| εμείς | κατηγορηθήκαμε |
| εσείς | κατηγορηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατηγορήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατηγορηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατηγορηθώ |
| εσύ | κατηγορηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατηγορηθεί |
| εμείς | κατηγορηθούμε |
| εσείς | κατηγορηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατηγορηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατηγορείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατηγορήσου |
| εσείς | κατηγορηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατηγορηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.