HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κατευνάζω — definition

Conjugation of κατευνάζω

Regular CEFR B2
ka.tevˈna.zo

ηρεμώ, μειώνω (για σωματικές εκδηλώσεις, συμπτώματα ασθένειας) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατευνάζω
εσύ κατευνάζεις
αυτός / αυτή / αυτό κατευνάζει
εμείς κατευνάζουμε
εσείς κατευνάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατευνάζουν
Παρατατικός
εγώ κατεύναζα
εσύ κατεύναζες
αυτός / αυτή / αυτό κατεύναζε
εμείς κατευνάζαμε
εσείς κατευνάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατεύναζαν
Αόριστος
εγώ κατεύνασα
εσύ κατεύνασες
αυτός / αυτή / αυτό κατεύνασε
εμείς κατευνάσαμε
εσείς κατευνάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατεύνασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατευνάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατευνάσω
εσύ κατευνάσεις
αυτός / αυτή / αυτό κατευνάσει
εμείς κατευνάσουμε
εσείς κατευνάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατευνάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατεύναζε
εσείς κατευνάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατεύνασε
εσείς κατευνάστε
Απαρέμφατο αορίστου
κατευνάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατευνάζομαι
εσύ κατευνάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κατευνάζεται
εμείς κατευναζόμαστε
εσείς κατευνάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κατευνάζονται
Παρατατικός
εγώ κατευναζόμουν
εσύ κατευναζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κατευναζόταν
εμείς κατευναζόμασταν
εσείς κατευναζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κατευνάζονταν
Αόριστος
εγώ κατευνάστηκα
εσύ κατευνάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κατευνάστηκε
εμείς κατευναστήκαμε
εσείς κατευναστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατευνάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατευναστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατευναστώ
εσύ κατευναστείς
αυτός / αυτή / αυτό κατευναστεί
εμείς κατευναστούμε
εσείς κατευναστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατευναστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατευνάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατευνάσου
εσείς κατευναστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κατευναστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary