Conjugation of κατευνάζω
ka.tevˈna.zoηρεμώ, μειώνω (για σωματικές εκδηλώσεις, συμπτώματα ασθένειας) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατευνάζω |
| εσύ | κατευνάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατευνάζει |
| εμείς | κατευνάζουμε |
| εσείς | κατευνάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατευνάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατεύναζα |
| εσύ | κατεύναζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεύναζε |
| εμείς | κατευνάζαμε |
| εσείς | κατευνάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεύναζαν |
Αόριστος
| εγώ | κατεύνασα |
| εσύ | κατεύνασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεύνασε |
| εμείς | κατευνάσαμε |
| εσείς | κατευνάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεύνασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατευνάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατευνάσω |
| εσύ | κατευνάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατευνάσει |
| εμείς | κατευνάσουμε |
| εσείς | κατευνάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατευνάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατεύναζε |
| εσείς | κατευνάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατεύνασε |
| εσείς | κατευνάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατευνάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατευνάζομαι |
| εσύ | κατευνάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατευνάζεται |
| εμείς | κατευναζόμαστε |
| εσείς | κατευνάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατευνάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | κατευναζόμουν |
| εσύ | κατευναζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατευναζόταν |
| εμείς | κατευναζόμασταν |
| εσείς | κατευναζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατευνάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | κατευνάστηκα |
| εσύ | κατευνάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατευνάστηκε |
| εμείς | κατευναστήκαμε |
| εσείς | κατευναστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατευνάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατευναστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατευναστώ |
| εσύ | κατευναστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατευναστεί |
| εμείς | κατευναστούμε |
| εσείς | κατευναστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατευναστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατευνάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατευνάσου |
| εσείς | κατευναστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατευναστεί |