Conjugation of κατεδαφίζω
ka.te.ðaˈfi.zoγκρεμίζω οικοδόμημα έως ότου ισοπεδωθεί Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατεδαφίζω |
| εσύ | κατεδαφίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεδαφίζει |
| εμείς | κατεδαφίζουμε |
| εσείς | κατεδαφίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεδαφίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατεδάφιζα |
| εσύ | κατεδάφιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεδάφιζε |
| εμείς | κατεδαφίζαμε |
| εσείς | κατεδαφίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεδάφιζαν |
Αόριστος
| εγώ | κατεδάφισα |
| εσύ | κατεδάφισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεδάφισε |
| εμείς | κατεδαφίσαμε |
| εσείς | κατεδαφίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεδάφισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατεδαφίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατεδαφίσω |
| εσύ | κατεδαφίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεδαφίσει |
| εμείς | κατεδαφίσουμε |
| εσείς | κατεδαφίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεδαφίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατεδάφιζε |
| εσείς | κατεδαφίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατεδάφισε |
| εσείς | κατεδαφίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατεδαφίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατεδαφίζομαι |
| εσύ | κατεδαφίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεδαφίζεται |
| εμείς | κατεδαφιζόμαστε |
| εσείς | κατεδαφίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεδαφίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | κατεδαφιζόμουν |
| εσύ | κατεδαφιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεδαφιζόταν |
| εμείς | κατεδαφιζόμασταν |
| εσείς | κατεδαφιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεδαφίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | κατεδαφίστηκα |
| εσύ | κατεδαφίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεδαφίστηκε |
| εμείς | κατεδαφιστήκαμε |
| εσείς | κατεδαφιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεδαφίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατεδαφιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατεδαφιστώ |
| εσύ | κατεδαφιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεδαφιστεί |
| εμείς | κατεδαφιστούμε |
| εσείς | κατεδαφιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεδαφιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατεδαφίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατεδαφίσου |
| εσείς | κατεδαφιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατεδαφιστεί |