HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταφρονώ — definition

Conjugation of καταφρονώ

Regular CEFR B2
ka.ta.fɾoˈno

περιφρονώ με μεγάλη ένταση και βάθος, αδιαφορώ τελείως Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταφρονώ
εσύ καταφρονείς
αυτός / αυτή / αυτό καταφρονεί
εμείς καταφρονούμε
εσείς καταφρονείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφρονούν
Παρατατικός
εγώ καταφρονούσα
εσύ καταφρονούσες
αυτός / αυτή / αυτό καταφρονούσε
εμείς καταφρονούσαμε
εσείς καταφρονούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφρονούσαν
Αόριστος
εγώ καταφρόνησα - καταφρόνεσα
εσύ καταφρόνησες - καταφρόνεσες
αυτός / αυτή / αυτό καταφρόνησε - καταφρόνεσε
εμείς καταφρονήσαμε - καταφρονέσαμε
εσείς καταφρονήσατε - καταφρονέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφρόνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταφρονήσω - καταφρονέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταφρονήσω - καταφρονέσω
εσύ καταφρονήσεις - καταφρονέσεις
αυτός / αυτή / αυτό καταφρονήσει - καταφρονέσει
εμείς καταφρονήσουμε
εσείς καταφρονήσετε - καταφρονέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφρονήσουν - καταφρονέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καταφρονείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καταφρόνησε - καταφρόνεσε
εσείς καταφρονήστε - καταφρονέστε
Απαρέμφατο αορίστου
καταφρονήσει - καταφρονέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταφρονούμαι - καταφρονιέμαι
εσύ καταφρονείσαι - καταφρονιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό καταφρονείται - καταφρονιέται
εμείς καταφρονούμαστε - καταφρονιόμαστε
εσείς καταφρονείστε - καταφρονιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφρονούνται - καταφρονιούνται
Παρατατικός
εγώ [καταφρονούμουν] - καταφρονιόμουν
εσύ [καταφρονούσουν] - καταφρονιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καταφρονούνταν
εμείς καταφρονούμασταν
εσείς [καταφρονούσασταν, (‑ούσαστε)] - καταφρονιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καταφρονούνταν
Αόριστος
εγώ καταφρονήθηκα - καταφρονέθηκα
εσύ καταφρονήθηκες - καταφρονέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καταφρονήθηκε - καταφρονέθηκε
εμείς καταφρονηθήκαμε - καταφρονεθήκαμε
εσείς καταφρονηθήκατε - καταφρονεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφρονήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταφρονηθώ - καταφρονεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταφρονηθώ - καταφρονεθώ
εσύ καταφρονηθείς - καταφρονεθείς
αυτός / αυτή / αυτό καταφρονηθεί - καταφρονεθεί
εμείς καταφρονηθούμε - καταφρονεθούμε
εσείς καταφρονηθείτε - καταφρονεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφρονηθούν - καταφρονεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καταφρονείστε - καταφρονιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καταφρονήσου - καταφρονέσου
εσείς καταφρονηθείτε - καταφρονεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταφρονηθώ - καταφρονεθώ

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary