Conjugation of καταφρονώ
ka.ta.fɾoˈnoπεριφρονώ με μεγάλη ένταση και βάθος, αδιαφορώ τελείως Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταφρονώ |
| εσύ | καταφρονείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφρονεί |
| εμείς | καταφρονούμε |
| εσείς | καταφρονείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφρονούν |
Παρατατικός
| εγώ | καταφρονούσα |
| εσύ | καταφρονούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφρονούσε |
| εμείς | καταφρονούσαμε |
| εσείς | καταφρονούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφρονούσαν |
Αόριστος
| εγώ | καταφρόνησα - καταφρόνεσα |
| εσύ | καταφρόνησες - καταφρόνεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφρόνησε - καταφρόνεσε |
| εμείς | καταφρονήσαμε - καταφρονέσαμε |
| εσείς | καταφρονήσατε - καταφρονέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφρόνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταφρονήσω - καταφρονέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταφρονήσω - καταφρονέσω |
| εσύ | καταφρονήσεις - καταφρονέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφρονήσει - καταφρονέσει |
| εμείς | καταφρονήσουμε |
| εσείς | καταφρονήσετε - καταφρονέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφρονήσουν - καταφρονέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταφρονείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταφρόνησε - καταφρόνεσε |
| εσείς | καταφρονήστε - καταφρονέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταφρονήσει - καταφρονέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταφρονούμαι - καταφρονιέμαι |
| εσύ | καταφρονείσαι - καταφρονιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφρονείται - καταφρονιέται |
| εμείς | καταφρονούμαστε - καταφρονιόμαστε |
| εσείς | καταφρονείστε - καταφρονιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφρονούνται - καταφρονιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | [καταφρονούμουν] - καταφρονιόμουν |
| εσύ | [καταφρονούσουν] - καταφρονιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφρονούνταν |
| εμείς | καταφρονούμασταν |
| εσείς | [καταφρονούσασταν, (‑ούσαστε)] - καταφρονιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφρονούνταν |
Αόριστος
| εγώ | καταφρονήθηκα - καταφρονέθηκα |
| εσύ | καταφρονήθηκες - καταφρονέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφρονήθηκε - καταφρονέθηκε |
| εμείς | καταφρονηθήκαμε - καταφρονεθήκαμε |
| εσείς | καταφρονηθήκατε - καταφρονεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφρονήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταφρονηθώ - καταφρονεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταφρονηθώ - καταφρονεθώ |
| εσύ | καταφρονηθείς - καταφρονεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφρονηθεί - καταφρονεθεί |
| εμείς | καταφρονηθούμε - καταφρονεθούμε |
| εσείς | καταφρονηθείτε - καταφρονεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφρονηθούν - καταφρονεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταφρονείστε - καταφρονιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταφρονήσου - καταφρονέσου |
| εσείς | καταφρονηθείτε - καταφρονεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταφρονηθώ - καταφρονεθώ |