HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κατασκοπεύω — definition

Conjugation of κατασκοπεύω

Regular CEFR C2
ka.ta.skoˈpe.vo

είμαι κατάσκοπος, επιχειρώ να βρω και να αποκαλύψω κρυφά κρατικά, στρατιωτικά ή άλλα μυστικά (μιας χώρας, μιας εταιρείας κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατασκοπεύω
εσύ κατασκοπεύεις
αυτός / αυτή / αυτό κατασκοπεύει
εμείς κατασκοπεύουμε
εσείς κατασκοπεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατασκοπεύουν
Παρατατικός
εγώ κατασκόπευα
εσύ κατασκόπευες
αυτός / αυτή / αυτό κατασκόπευε
εμείς κατασκοπεύαμε
εσείς κατασκοπεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατασκόπευαν
Αόριστος
εγώ κατασκόπευσα
εσύ κατασκόπευσες
αυτός / αυτή / αυτό κατασκόπευσε
εμείς κατασκοπεύσαμε
εσείς κατασκοπεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατασκόπευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατασκοπεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατασκοπεύσω
εσύ κατασκοπεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό κατασκοπεύσει
εμείς κατασκοπεύσουμε
εσείς κατασκοπεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατασκοπεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατασκόπευε
εσείς κατασκοπεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατασκόπευσε
εσείς κατασκοπεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
κατασκοπεύσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary