Conjugation of κατασκοπεύω
ka.ta.skoˈpe.voείμαι κατάσκοπος, επιχειρώ να βρω και να αποκαλύψω κρυφά κρατικά, στρατιωτικά ή άλλα μυστικά (μιας χώρας, μιας εταιρείας κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατασκοπεύω |
| εσύ | κατασκοπεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατασκοπεύει |
| εμείς | κατασκοπεύουμε |
| εσείς | κατασκοπεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατασκοπεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατασκόπευα |
| εσύ | κατασκόπευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατασκόπευε |
| εμείς | κατασκοπεύαμε |
| εσείς | κατασκοπεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατασκόπευαν |
Αόριστος
| εγώ | κατασκόπευσα |
| εσύ | κατασκόπευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατασκόπευσε |
| εμείς | κατασκοπεύσαμε |
| εσείς | κατασκοπεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατασκόπευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατασκοπεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατασκοπεύσω |
| εσύ | κατασκοπεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατασκοπεύσει |
| εμείς | κατασκοπεύσουμε |
| εσείς | κατασκοπεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατασκοπεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατασκόπευε |
| εσείς | κατασκοπεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατασκόπευσε |
| εσείς | κατασκοπεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατασκοπεύσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.