Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταρρέω |
| εσύ | καταρρέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταρρέει |
| εμείς | καταρρέουμε |
| εσείς | καταρρέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταρρέουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέρρεα |
| εσύ | κατέρρεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέρρεε |
| εμείς | καταρρέαμε |
| εσείς | καταρρέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέρρεαν |
Αόριστος
| εγώ | κατέρρευσα |
| εσύ | κατέρρευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέρρευσε |
| εμείς | καταρρεύσαμε |
| εσείς | καταρρεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέρρευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταρρεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταρρεύσω |
| εσύ | καταρρεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταρρεύσει |
| εμείς | καταρρεύσουμε |
| εσείς | καταρρεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταρρεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατάρρεε |
| εσείς | καταρρέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάρρευσε |
| εσείς | καταρρεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταρρεύσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.