HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταρρέω — definition

Conjugation of καταρρέω

Regular CEFR C2
ka.taˈre.o

πέφτω προς τα κάτω, γκρεμίζομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταρρέω
εσύ καταρρέεις
αυτός / αυτή / αυτό καταρρέει
εμείς καταρρέουμε
εσείς καταρρέετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταρρέουν
Παρατατικός
εγώ κατέρρεα
εσύ κατέρρεες
αυτός / αυτή / αυτό κατέρρεε
εμείς καταρρέαμε
εσείς καταρρέατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέρρεαν
Αόριστος
εγώ κατέρρευσα
εσύ κατέρρευσες
αυτός / αυτή / αυτό κατέρρευσε
εμείς καταρρεύσαμε
εσείς καταρρεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέρρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταρρεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταρρεύσω
εσύ καταρρεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό καταρρεύσει
εμείς καταρρεύσουμε
εσείς καταρρεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταρρεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατάρρεε
εσείς καταρρέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάρρευσε
εσείς καταρρεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
καταρρεύσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary