Conjugation of καταργώ
ka.taɾˈɣoαίρω την ισχύ ή διακόπτω κάποια πράγματα, καταστάσεις, δραστηριότητες κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταργώ |
| εσύ | καταργείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταργεί |
| εμείς | καταργούμε |
| εσείς | καταργείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταργούν |
Παρατατικός
| εγώ | καταργούσα |
| εσύ | καταργούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταργούσε |
| εμείς | καταργούσαμε |
| εσείς | καταργούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταργούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κατάργησα |
| εσύ | κατάργησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατάργησε |
| εμείς | καταργήσαμε |
| εσείς | καταργήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατάργησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταργήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταργήσω |
| εσύ | καταργήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταργήσει |
| εμείς | καταργήσουμε |
| εσείς | καταργήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταργήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταργείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάργησε |
| εσείς | καταργήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταργήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταργούμαι |
| εσύ | καταργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταργείται |
| εμείς | καταργούμαστε |
| εσείς | καταργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταργούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | καταργούνταν |
| εμείς | καταργούμασταν |
| εσείς | [καταργούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταργούνταν |
Αόριστος
| εγώ | καταργήθηκα |
| εσύ | καταργήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταργήθηκε |
| εμείς | καταργηθήκαμε |
| εσείς | καταργηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταργήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταργηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταργηθώ |
| εσύ | καταργηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταργηθεί |
| εμείς | καταργηθούμε |
| εσείς | καταργηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταργηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταργείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταργήσου |
| εσείς | καταργηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταργηθεί |