Conjugation of καταπλέω
ka.taˈple.oκατευθύνομαι προς τον προορισμό μου κινούμενος μέσα στη θάλασσα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταπλέω |
| εσύ | καταπλέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταπλέει |
| εμείς | καταπλέουμε |
| εσείς | καταπλέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταπλέουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέπλεα |
| εσύ | κατέπλεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέπλεε |
| εμείς | καταπλέαμε |
| εσείς | καταπλέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέπλεαν |
Αόριστος
| εγώ | κατέπλευσα |
| εσύ | κατέπλευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέπλευσε |
| εμείς | καταπλεύσαμε |
| εσείς | καταπλεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέπλευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταπλεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταπλεύσω |
| εσύ | καταπλεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταπλεύσει |
| εμείς | καταπλεύσουμε |
| εσείς | καταπλεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταπλεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατάπλεε |
| εσείς | καταπλέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάπλευσε |
| εσείς | καταπλεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταπλεύσει |