HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταλήγω — definition

Conjugation of καταλήγω

Regular CEFR C2
ka.taˈli.ɣo

έχω μια συγκεκριμένη έκβαση, με θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταλήγω
εσύ καταλήγεις
αυτός / αυτή / αυτό καταλήγει
εμείς καταλήγουμε
εσείς καταλήγετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταλήγουν
Παρατατικός
εγώ κατέληγα
εσύ κατέληγες
αυτός / αυτή / αυτό κατέληγε
εμείς καταλήγαμε
εσείς καταλήγατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέληγαν
Αόριστος
εγώ κατέληξα
εσύ κατέληξες
αυτός / αυτή / αυτό κατέληξε
εμείς καταλήξαμε
εσείς καταλήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέληξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταλήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταλήξω
εσύ καταλήξεις
αυτός / αυτή / αυτό καταλήξει
εμείς καταλήξουμε
εσείς καταλήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταλήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατάληγε
εσείς καταλήγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάληξε
εσείς καταλήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταλήξει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary