Conjugation of καταλήγω
ka.taˈli.ɣoέχω μια συγκεκριμένη έκβαση, με θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταλήγω |
| εσύ | καταλήγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταλήγει |
| εμείς | καταλήγουμε |
| εσείς | καταλήγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταλήγουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέληγα |
| εσύ | κατέληγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέληγε |
| εμείς | καταλήγαμε |
| εσείς | καταλήγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέληγαν |
Αόριστος
| εγώ | κατέληξα |
| εσύ | κατέληξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέληξε |
| εμείς | καταλήξαμε |
| εσείς | καταλήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέληξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταλήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταλήξω |
| εσύ | καταλήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταλήξει |
| εμείς | καταλήξουμε |
| εσείς | καταλήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταλήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατάληγε |
| εσείς | καταλήγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάληξε |
| εσείς | καταλήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταλήξει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.