Conjugation of κατακρατώ
ka.ta.kɾaˈtoκατέχω με παράνομο τρόπο κάτι που δεν μου ανήκει και δεν το αποδίδω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατακρατώ |
| εσύ | κατακρατείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατακρατεί |
| εμείς | κατακρατούμε |
| εσείς | κατακρατείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατακρατούν |
Παρατατικός
| εγώ | κατακρατούσα |
| εσύ | κατακρατούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατακρατούσε |
| εμείς | κατακρατούσαμε |
| εσείς | κατακρατούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατακρατούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κατακράτησα |
| εσύ | κατακράτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατακράτησε |
| εμείς | κατακρατήσαμε |
| εσείς | κατακρατήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατακράτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατακρατήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατακρατήσω |
| εσύ | κατακρατήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατακρατήσει |
| εμείς | κατακρατήσουμε |
| εσείς | κατακρατήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατακρατήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατακρατείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατακράτησε |
| εσείς | κατακρατήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατακρατήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατακρατούμαι |
| εσύ | κατακρατείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατακρατείται |
| εμείς | κατακρατούμαστε |
| εσείς | κατακρατείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατακρατούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | κατακρατούνταν |
| εμείς | κατακρατούμασταν |
| εσείς | [κατακρατούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατακρατούνταν |
Αόριστος
| εγώ | κατακρατήθηκα |
| εσύ | κατακρατήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατακρατήθηκε |
| εμείς | κατακρατηθήκαμε |
| εσείς | κατακρατηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατακρατήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατακρατηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατακρατηθώ |
| εσύ | κατακρατηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατακρατηθεί |
| εμείς | κατακρατηθούμε |
| εσείς | κατακρατηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατακρατηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κατακρατείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατακρατήσου |
| εσείς | κατακρατηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατακρατηθεί |