HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κατακρατώ — definition

Conjugation of κατακρατώ

Regular CEFR B2
ka.ta.kɾaˈto

κατέχω με παράνομο τρόπο κάτι που δεν μου ανήκει και δεν το αποδίδω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατακρατώ
εσύ κατακρατείς
αυτός / αυτή / αυτό κατακρατεί
εμείς κατακρατούμε
εσείς κατακρατείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατακρατούν
Παρατατικός
εγώ κατακρατούσα
εσύ κατακρατούσες
αυτός / αυτή / αυτό κατακρατούσε
εμείς κατακρατούσαμε
εσείς κατακρατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατακρατούσαν
Αόριστος
εγώ κατακράτησα
εσύ κατακράτησες
αυτός / αυτή / αυτό κατακράτησε
εμείς κατακρατήσαμε
εσείς κατακρατήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατακράτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατακρατήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατακρατήσω
εσύ κατακρατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κατακρατήσει
εμείς κατακρατήσουμε
εσείς κατακρατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατακρατήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατακρατείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατακράτησε
εσείς κατακρατήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κατακρατήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατακρατούμαι
εσύ κατακρατείσαι
αυτός / αυτή / αυτό κατακρατείται
εμείς κατακρατούμαστε
εσείς κατακρατείστε
αυτοί / αυτές / αυτά κατακρατούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό κατακρατούνταν
εμείς κατακρατούμασταν
εσείς [κατακρατούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά κατακρατούνταν
Αόριστος
εγώ κατακρατήθηκα
εσύ κατακρατήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κατακρατήθηκε
εμείς κατακρατηθήκαμε
εσείς κατακρατηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατακρατήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατακρατηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατακρατηθώ
εσύ κατακρατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κατακρατηθεί
εμείς κατακρατηθούμε
εσείς κατακρατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατακρατηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατακρατείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατακρατήσου
εσείς κατακρατηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κατακρατηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary