Conjugation of καταδύομαι
ka.taˈði.o.meβουτάω στο νερό με υπολογισμένες κινήσεις, κάνω κατάδυση Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταδύομαι |
| εσύ | καταδύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδύεται |
| εμείς | καταδυόμαστε |
| εσείς | καταδύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδύονται |
Παρατατικός
| εγώ | καταδυόμουν |
| εσύ | καταδυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδυόταν |
| εμείς | καταδυόμασταν |
| εσείς | καταδυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδύονταν |
Αόριστος
| εγώ | καταδύθηκα |
| εσύ | καταδύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδύθηκε |
| εμείς | καταδυθήκαμε |
| εσείς | καταδυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταδυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταδυθώ |
| εσύ | καταδυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδυθεί |
| εμείς | καταδυθούμε |
| εσείς | καταδυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταδύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταδύσου |
| εσείς | καταδυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταδυθεί |