HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταδιώκω — definition

Conjugation of καταδιώκω

Regular CEFR C2
ka.ta.ðiˈo.ko

επιδιώκω με κάθε τρόπο να συναντήσω κάποιον, που δεν επιθυμεί τη συνάντηση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταδιώκω
εσύ καταδιώκεις
αυτός / αυτή / αυτό καταδιώκει
εμείς καταδιώκουμε
εσείς καταδιώκετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταδιώκουν
Παρατατικός
εγώ καταδίωκα
εσύ καταδίωκες
αυτός / αυτή / αυτό καταδίωκε
εμείς καταδιώκαμε
εσείς καταδιώκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταδίωκαν
Αόριστος
εγώ καταδίωξα
εσύ καταδίωξες
αυτός / αυτή / αυτό καταδίωξε
εμείς καταδιώξαμε
εσείς καταδιώξατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταδίωξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταδιώξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταδιώξω
εσύ καταδιώξεις
αυτός / αυτή / αυτό καταδιώξει
εμείς καταδιώξουμε
εσείς καταδιώξετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταδιώξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καταδίωκε
εσείς καταδιώκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καταδίωξε
εσείς καταδιώξτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταδιώξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταδιώκομαι
εσύ καταδιώκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καταδιώκεται
εμείς καταδιωκόμαστε
εσείς καταδιώκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καταδιώκονται
Παρατατικός
εγώ καταδιωκόμουν
εσύ καταδιωκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καταδιωκόταν
εμείς καταδιωκόμασταν
εσείς καταδιωκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καταδιώκονταν
Αόριστος
εγώ καταδιώχτηκα
εσύ καταδιώχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό καταδιώχτηκε
εμείς καταδιωχτήκαμε
εσείς καταδιωχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταδιώχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταδιωχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταδιωχτώ
εσύ καταδιωχτείς
αυτός / αυτή / αυτό καταδιωχτεί
εμείς καταδιωχτούμε
εσείς καταδιωχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καταδιωχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καταδιώκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καταδιώξου
εσείς καταδιωχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταδιωχτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary