Conjugation of καταδιώκω
ka.ta.ðiˈo.koεπιδιώκω με κάθε τρόπο να συναντήσω κάποιον, που δεν επιθυμεί τη συνάντηση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταδιώκω |
| εσύ | καταδιώκεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδιώκει |
| εμείς | καταδιώκουμε |
| εσείς | καταδιώκετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδιώκουν |
Παρατατικός
| εγώ | καταδίωκα |
| εσύ | καταδίωκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδίωκε |
| εμείς | καταδιώκαμε |
| εσείς | καταδιώκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδίωκαν |
Αόριστος
| εγώ | καταδίωξα |
| εσύ | καταδίωξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδίωξε |
| εμείς | καταδιώξαμε |
| εσείς | καταδιώξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδίωξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταδιώξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταδιώξω |
| εσύ | καταδιώξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδιώξει |
| εμείς | καταδιώξουμε |
| εσείς | καταδιώξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδιώξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καταδίωκε |
| εσείς | καταδιώκετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταδίωξε |
| εσείς | καταδιώξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταδιώξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταδιώκομαι |
| εσύ | καταδιώκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδιώκεται |
| εμείς | καταδιωκόμαστε |
| εσείς | καταδιώκεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδιώκονται |
Παρατατικός
| εγώ | καταδιωκόμουν |
| εσύ | καταδιωκόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδιωκόταν |
| εμείς | καταδιωκόμασταν |
| εσείς | καταδιωκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδιώκονταν |
Αόριστος
| εγώ | καταδιώχτηκα |
| εσύ | καταδιώχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδιώχτηκε |
| εμείς | καταδιωχτήκαμε |
| εσείς | καταδιωχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδιώχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταδιωχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταδιωχτώ |
| εσύ | καταδιωχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταδιωχτεί |
| εμείς | καταδιωχτούμε |
| εσείς | καταδιωχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταδιωχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταδιώκεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταδιώξου |
| εσείς | καταδιωχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταδιωχτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.