Conjugation of καταγράφω
ka.taˈɣra.foθα καταγραφώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταγράφομαι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταγράφω |
| εσύ | καταγράφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταγράφει |
| εμείς | καταγράφουμε |
| εσείς | καταγράφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταγράφουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέγραφα |
| εσύ | κατέγραφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέγραφε |
| εμείς | καταγράφαμε |
| εσείς | καταγράφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέγραφαν |
Αόριστος
| εγώ | κατέγραψα |
| εσύ | κατέγραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέγραψε |
| εμείς | καταγράψαμε |
| εσείς | καταγράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέγραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταγράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταγράψω |
| εσύ | καταγράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταγράψει |
| εμείς | καταγράψουμε |
| εσείς | καταγράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταγράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατάγραφε |
| εσείς | καταγράφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάγραψε |
| εσείς | καταγράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταγράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταγράφομαι |
| εσύ | καταγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταγράφεται |
| εμείς | καταγραφόμαστε |
| εσείς | καταγράφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταγράφονται |
Παρατατικός
| εγώ | καταγραφόμουν |
| εσύ | καταγραφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταγραφόταν |
| εμείς | καταγραφόμασταν |
| εσείς | καταγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταγράφονταν |
Αόριστος
| εγώ | καταγράφηκα |
| εσύ | καταγράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταγράφηκε |
| εμείς | καταγραφήκαμε |
| εσείς | καταγραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταγράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταγραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταγραφώ |
| εσύ | καταγραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταγραφεί |
| εμείς | καταγραφούμε |
| εσείς | καταγραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταγραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταγράφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καταγράψου |
| εσείς | καταγραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταγραφεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.