Conjugation of καρφώνω
kaɾˈfo.noμπήζω αιχμηρό αντικείμενο σε άλλο αντικείμενο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καρφώνω |
| εσύ | καρφώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρφώνει |
| εμείς | καρφώνουμε |
| εσείς | καρφώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρφώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κάρφωνα |
| εσύ | κάρφωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάρφωνε |
| εμείς | καρφώναμε |
| εσείς | καρφώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάρφωναν |
Αόριστος
| εγώ | κάρφωσα |
| εσύ | κάρφωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάρφωσε |
| εμείς | καρφώσαμε |
| εσείς | καρφώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάρφωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καρφώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καρφώσω |
| εσύ | καρφώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρφώσει |
| εμείς | καρφώσουμε |
| εσείς | καρφώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρφώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κάρφωνε |
| εσείς | καρφώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάρφωσε |
| εσείς | καρφώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καρφώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καρφώνομαι |
| εσύ | καρφώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρφώνεται |
| εμείς | καρφωνόμαστε |
| εσείς | καρφώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρφώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | καρφωνόμουν |
| εσύ | καρφωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρφωνόταν |
| εμείς | καρφωνόμασταν |
| εσείς | καρφωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρφώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | καρφώθηκα |
| εσύ | καρφώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρφώθηκε |
| εμείς | καρφωθήκαμε |
| εσείς | καρφωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρφώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καρφωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καρφωθώ |
| εσύ | καρφωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρφωθεί |
| εμείς | καρφωθούμε |
| εσείς | καρφωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρφωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καρφώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καρφώσου |
| εσείς | καρφωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καρφωθεί |