HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καρφώνω — definition

Conjugation of καρφώνω

Regular CEFR C2
kaɾˈfo.no

μπήζω αιχμηρό αντικείμενο σε άλλο αντικείμενο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρφώνω
εσύ καρφώνεις
αυτός / αυτή / αυτό καρφώνει
εμείς καρφώνουμε
εσείς καρφώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρφώνουν
Παρατατικός
εγώ κάρφωνα
εσύ κάρφωνες
αυτός / αυτή / αυτό κάρφωνε
εμείς καρφώναμε
εσείς καρφώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάρφωναν
Αόριστος
εγώ κάρφωσα
εσύ κάρφωσες
αυτός / αυτή / αυτό κάρφωσε
εμείς καρφώσαμε
εσείς καρφώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάρφωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρφώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρφώσω
εσύ καρφώσεις
αυτός / αυτή / αυτό καρφώσει
εμείς καρφώσουμε
εσείς καρφώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρφώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κάρφωνε
εσείς καρφώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάρφωσε
εσείς καρφώστε
Απαρέμφατο αορίστου
καρφώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρφώνομαι
εσύ καρφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καρφώνεται
εμείς καρφωνόμαστε
εσείς καρφώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καρφώνονται
Παρατατικός
εγώ καρφωνόμουν
εσύ καρφωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καρφωνόταν
εμείς καρφωνόμασταν
εσείς καρφωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καρφώνονταν
Αόριστος
εγώ καρφώθηκα
εσύ καρφώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καρφώθηκε
εμείς καρφωθήκαμε
εσείς καρφωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρφώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρφωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρφωθώ
εσύ καρφωθείς
αυτός / αυτή / αυτό καρφωθεί
εμείς καρφωθούμε
εσείς καρφωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καρφωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καρφώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καρφώσου
εσείς καρφωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καρφωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary