HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καρυκεύω — definition

Conjugation of καρυκεύω

Regular CEFR B2
ka.ɾiˈce.vo

εμπλουτίζω η στολίζω το λόγο μου με ευφυολογήματα και ανάλαφρες «πινελιές» Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρυκεύω
εσύ καρυκεύεις
αυτός / αυτή / αυτό καρυκεύει
εμείς καρυκεύουμε
εσείς καρυκεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρυκεύουν
Παρατατικός
εγώ καρύκευα
εσύ καρύκευες
αυτός / αυτή / αυτό καρύκευε
εμείς καρυκεύαμε
εσείς καρυκεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρύκευαν
Αόριστος
εγώ καρύκεψα
εσύ καρύκεψες
αυτός / αυτή / αυτό καρύκεψε
εμείς καρυκέψαμε
εσείς καρυκέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρύκεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρυκέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρυκέψω
εσύ καρυκέψεις
αυτός / αυτή / αυτό καρυκέψει
εμείς καρυκέψουμε
εσείς καρυκέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρυκέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καρύκευε
εσείς καρυκεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καρύκεψε
εσείς καρυκέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
καρυκέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρυκεύομαι
εσύ καρυκεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καρυκεύεται
εμείς καρυκευόμαστε
εσείς καρυκεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καρυκεύονται
Παρατατικός
εγώ καρυκευόμουν
εσύ καρυκευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καρυκευόταν
εμείς καρυκευόμασταν
εσείς καρυκευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καρυκεύονταν
Αόριστος
εγώ καρυκεύτηκα
εσύ καρυκεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό καρυκεύτηκε
εμείς καρυκευτήκαμε
εσείς καρυκευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρυκεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρυκευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρυκευτώ
εσύ καρυκευτείς
αυτός / αυτή / αυτό καρυκευτεί
εμείς καρυκευτούμε
εσείς καρυκευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καρυκευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καρυκεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καρυκέψου
εσείς καρυκευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καρυκευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary