Conjugation of καρτερώ
kaɾ.teˈɾoσυνώνυμο του καρτερεύω: υποφέρω, υπομένω υπομονετικά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καρετεράω - καρετερώ |
| εσύ | καρετεράς - καρετερείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρετεράει |
| εμείς | καρετεράμε - καρετερούμε |
| εσείς | καρετεράτε - καρετερείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρετεράνε |
Παρατατικός
| εγώ | καρετερούσα |
| εσύ | καρετερούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρετερούσε |
| εμείς | καρετερούσαμε |
| εσείς | καρετερούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρετερούσαν |
Αόριστος
| εγώ | καρτέρησα |
| εσύ | καρτέρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρτέρησε |
| εμείς | καρετερήσαμε |
| εσείς | καρετερήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρτέρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καρετερήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καρετερήσω |
| εσύ | καρετερήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρετερήσει |
| εμείς | καρετερήσουμε |
| εσείς | καρετερήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρετερήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καρτέρα |
| εσείς | καρετεράτε - καρετερείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καρτέρησε |
| εσείς | καρετερήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καρετερήσει |