HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καρτερώ — definition

Conjugation of καρτερώ

Regular CEFR B1
kaɾ.teˈɾo

συνώνυμο του καρτερεύω: υποφέρω, υπομένω υπομονετικά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρετεράω - καρετερώ
εσύ καρετεράς - καρετερείς
αυτός / αυτή / αυτό καρετεράει
εμείς καρετεράμε - καρετερούμε
εσείς καρετεράτε - καρετερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καρετεράνε
Παρατατικός
εγώ καρετερούσα
εσύ καρετερούσες
αυτός / αυτή / αυτό καρετερούσε
εμείς καρετερούσαμε
εσείς καρετερούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρετερούσαν
Αόριστος
εγώ καρτέρησα
εσύ καρτέρησες
αυτός / αυτή / αυτό καρτέρησε
εμείς καρετερήσαμε
εσείς καρετερήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρτέρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρετερήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρετερήσω
εσύ καρετερήσεις
αυτός / αυτή / αυτό καρετερήσει
εμείς καρετερήσουμε
εσείς καρετερήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρετερήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καρτέρα
εσείς καρετεράτε - καρετερείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καρτέρησε
εσείς καρετερήστε
Απαρέμφατο αορίστου
καρετερήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary