HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καρποφορώ — definition

Conjugation of καρποφορώ

Regular CEFR B2
kaɾ.po.foˈro

έχω θετικό αποτέλεσμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρποφορώ
εσύ καρποφορείς
αυτός / αυτή / αυτό καρποφορεί
εμείς καρποφορούμε
εσείς καρποφορείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καρποφορούν
Παρατατικός
εγώ καρποφορούσα
εσύ καρποφορούσες
αυτός / αυτή / αυτό καρποφορούσε
εμείς καρποφορούσαμε
εσείς καρποφορούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρποφορούσαν
Αόριστος
εγώ καρποφόρησα
εσύ καρποφόρησες
αυτός / αυτή / αυτό καρποφόρησε
εμείς καρποφορήσαμε
εσείς καρποφορήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρποφόρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρποφορήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρποφορήσω
εσύ καρποφορήσεις
αυτός / αυτή / αυτό καρποφορήσει
εμείς καρποφορήσουμε
εσείς καρποφορήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρποφορήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καρποφορείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καρποφόρησε
εσείς καρποφορήστε
Απαρέμφατο αορίστου
καρποφορήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary