HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καρπίζω — definition

Conjugation of καρπίζω

Regular CEFR B1
kaɾˈpi.zo

απολαμβάνω τους καρπούς Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρπίζω
εσύ καρπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό καρπίζει
εμείς καρπίζουμε
εσείς καρπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρπίζουν
Παρατατικός
εγώ κάρπιζα
εσύ κάρπιζες
αυτός / αυτή / αυτό κάρπιζε
εμείς καρπίζαμε
εσείς καρπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάρπιζαν
Αόριστος
εγώ κάρπισα
εσύ κάρπισες
αυτός / αυτή / αυτό κάρπισε
εμείς καρπίσαμε
εσείς καρπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάρπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρπίσω
εσύ καρπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό καρπίσει
εμείς καρπίσουμε
εσείς καρπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κάρπιζε
εσείς καρπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάρπισε
εσείς καρπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
καρπίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary