Conjugation of καρατομώ
ka.ɾa.toˈmoαποκόπτω το κεφάλι, αποκεφαλίζω κάποιον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καρατομώ |
| εσύ | καρατομείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρατομεί |
| εμείς | καρατομούμε |
| εσείς | καρατομείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρατομούν |
Παρατατικός
| εγώ | καρατομούσα |
| εσύ | καρατομούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρατομούσε |
| εμείς | καρατομούσαμε |
| εσείς | καρατομούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρατομούσαν |
Αόριστος
| εγώ | καρατόμησα |
| εσύ | καρατόμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρατόμησε |
| εμείς | καρατομήσαμε |
| εσείς | καρατομήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρατόμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καρατομήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καρατομήσω |
| εσύ | καρατομήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρατομήσει |
| εμείς | καρατομήσουμε |
| εσείς | καρατομήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρατομήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καρατομείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καρατόμησε |
| εσείς | καρατομήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καρατομήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καρατομούμαι |
| εσύ | καρατομείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρατομείται |
| εμείς | καρατομούμαστε |
| εσείς | καρατομείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρατομούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | καρατομούνταν |
| εμείς | καρατομούμασταν |
| εσείς | [καρατομούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρατομούνταν |
Αόριστος
| εγώ | καρατομήθηκα |
| εσύ | καρατομήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρατομήθηκε |
| εμείς | καρατομηθήκαμε |
| εσείς | καρατομηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρατομήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καρατομηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καρατομηθώ |
| εσύ | καρατομηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καρατομηθεί |
| εμείς | καρατομηθούμε |
| εσείς | καρατομηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καρατομηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καρατομείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καρατομήσου |
| εσείς | καρατομηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καρατομηθεί |