HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καρατομώ — definition

Conjugation of καρατομώ

Regular CEFR B2
ka.ɾa.toˈmo

αποκόπτω το κεφάλι, αποκεφαλίζω κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρατομώ
εσύ καρατομείς
αυτός / αυτή / αυτό καρατομεί
εμείς καρατομούμε
εσείς καρατομείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καρατομούν
Παρατατικός
εγώ καρατομούσα
εσύ καρατομούσες
αυτός / αυτή / αυτό καρατομούσε
εμείς καρατομούσαμε
εσείς καρατομούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρατομούσαν
Αόριστος
εγώ καρατόμησα
εσύ καρατόμησες
αυτός / αυτή / αυτό καρατόμησε
εμείς καρατομήσαμε
εσείς καρατομήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρατόμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρατομήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρατομήσω
εσύ καρατομήσεις
αυτός / αυτή / αυτό καρατομήσει
εμείς καρατομήσουμε
εσείς καρατομήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καρατομήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καρατομείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καρατόμησε
εσείς καρατομήστε
Απαρέμφατο αορίστου
καρατομήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καρατομούμαι
εσύ καρατομείσαι
αυτός / αυτή / αυτό καρατομείται
εμείς καρατομούμαστε
εσείς καρατομείστε
αυτοί / αυτές / αυτά καρατομούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό καρατομούνταν
εμείς καρατομούμασταν
εσείς [καρατομούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά καρατομούνταν
Αόριστος
εγώ καρατομήθηκα
εσύ καρατομήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καρατομήθηκε
εμείς καρατομηθήκαμε
εσείς καρατομηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καρατομήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρατομηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καρατομηθώ
εσύ καρατομηθείς
αυτός / αυτή / αυτό καρατομηθεί
εμείς καρατομηθούμε
εσείς καρατομηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καρατομηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καρατομείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καρατομήσου
εσείς καρατομηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καρατομηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary