HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κανονίζω — definition

Conjugation of κανονίζω

Regular CEFR C2

προγραμματίζω μια μελλοντική ενέργεια, συχνά μαζί με άλλους Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κανονίζω
εσύ κανονίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κανονίζει
εμείς κανονίζουμε
εσείς κανονίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κανονίζουν
Παρατατικός
εγώ κανόνιζα
εσύ κανόνιζες
αυτός / αυτή / αυτό κανόνιζε
εμείς κανονίζαμε
εσείς κανονίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κανόνιζαν
Αόριστος
εγώ κανόνισα
εσύ κανόνισες
αυτός / αυτή / αυτό κανόνισε
εμείς κανονίσαμε
εσείς κανονίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κανόνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κανονίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κανονίσω
εσύ κανονίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κανονίσει
εμείς κανονίσουμε
εσείς κανονίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κανονίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κανόνιζε
εσείς κανονίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κανόνισε
εσείς κανονίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κανονίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κανονίζομαι
εσύ κανονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κανονίζεται
εμείς κανονιζόμαστε
εσείς κανονίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κανονίζονται
Παρατατικός
εγώ κανονιζόμουν
εσύ κανονιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κανονιζόταν
εμείς κανονιζόμασταν
εσείς κανονιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κανονίζονταν
Αόριστος
εγώ κανονίστηκα
εσύ κανονίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κανονίστηκε
εμείς κανονιστήκαμε
εσείς κανονιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κανονίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κανονιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κανονιστώ
εσύ κανονιστείς
αυτός / αυτή / αυτό κανονιστεί
εμείς κανονιστούμε
εσείς κανονιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κανονιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κανονίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κανονίσου
εσείς κανονιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κανονιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary