HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κανιβαλίζω — definition

Conjugation of κανιβαλίζω

Regular CEFR B2

to cannibalise (UK), cannibalize (US), eat human meat Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κανιβαλίζω
εσύ κανιβαλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κανιβαλίζει
εμείς κανιβαλίζουμε
εσείς κανιβαλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κανιβαλίζουν
Παρατατικός
εγώ κανιβάλιζα
εσύ κανιβάλιζες
αυτός / αυτή / αυτό κανιβάλιζε
εμείς κανιβαλίζαμε
εσείς κανιβαλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κανιβάλιζαν
Αόριστος
εγώ κανιβάλισα
εσύ κανιβάλισες
αυτός / αυτή / αυτό κανιβάλισε
εμείς κανιβαλίσαμε
εσείς κανιβαλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κανιβάλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κανιβαλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κανιβαλίσω
εσύ κανιβαλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κανιβαλίσει
εμείς κανιβαλίσουμε
εσείς κανιβαλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κανιβαλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κανιβάλιζε
εσείς κανιβαλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κανιβάλισε
εσείς κανιβαλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κανιβαλίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary