Conjugation of κανιβαλίζω
to cannibalise (UK), cannibalize (US), eat human meat Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κανιβαλίζω |
| εσύ | κανιβαλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανιβαλίζει |
| εμείς | κανιβαλίζουμε |
| εσείς | κανιβαλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανιβαλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κανιβάλιζα |
| εσύ | κανιβάλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανιβάλιζε |
| εμείς | κανιβαλίζαμε |
| εσείς | κανιβαλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανιβάλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | κανιβάλισα |
| εσύ | κανιβάλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανιβάλισε |
| εμείς | κανιβαλίσαμε |
| εσείς | κανιβαλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανιβάλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κανιβαλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κανιβαλίσω |
| εσύ | κανιβαλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανιβαλίσει |
| εμείς | κανιβαλίσουμε |
| εσείς | κανιβαλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανιβαλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κανιβάλιζε |
| εσείς | κανιβαλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κανιβάλισε |
| εσείς | κανιβαλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κανιβαλίσει |