HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κανακεύω — definition

Conjugation of κανακεύω

Regular CEFR B2
ka.naˈce.vo

μεγαλώνω παιδιά παραχαϊδεύοντάς τα και κάνοντάς τους τα χατίρια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κανακεύω
εσύ κανακεύεις
αυτός / αυτή / αυτό κανακεύει
εμείς κανακεύουμε
εσείς κανακεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά κανακεύουν
Παρατατικός
εγώ κανάκευα
εσύ κανάκευες
αυτός / αυτή / αυτό κανάκευε
εμείς κανακεύαμε
εσείς κανακεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κανάκευαν
Αόριστος
εγώ κανάκεψα
εσύ κανάκεψες
αυτός / αυτή / αυτό κανάκεψε
εμείς κανακέψαμε
εσείς κανακέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά κανάκεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κανακέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κανακέψω
εσύ κανακέψεις
αυτός / αυτή / αυτό κανακέψει
εμείς κανακέψουμε
εσείς κανακέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κανακέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κανάκευε
εσείς κανακεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κανάκεψε
εσείς κανακέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κανακέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κανακεύομαι
εσύ κανακεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κανακεύεται
εμείς κανακευόμαστε
εσείς κανακεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κανακεύονται
Παρατατικός
εγώ κανακευόμουν
εσύ κανακευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κανακευόταν
εμείς κανακευόμασταν
εσείς κανακευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κανακεύονταν
Αόριστος
εγώ κανακεύτηκα
εσύ κανακεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κανακεύτηκε
εμείς κανακευτήκαμε
εσείς κανακευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κανακεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κανακευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κανακευτώ
εσύ κανακευτείς
αυτός / αυτή / αυτό κανακευτεί
εμείς κανακευτούμε
εσείς κανακευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κανακευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κανακεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κανακέψου
εσείς κανακευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κανακευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary