Conjugation of κανακεύω
ka.naˈce.voμεγαλώνω παιδιά παραχαϊδεύοντάς τα και κάνοντάς τους τα χατίρια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κανακεύω |
| εσύ | κανακεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανακεύει |
| εμείς | κανακεύουμε |
| εσείς | κανακεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανακεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | κανάκευα |
| εσύ | κανάκευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανάκευε |
| εμείς | κανακεύαμε |
| εσείς | κανακεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανάκευαν |
Αόριστος
| εγώ | κανάκεψα |
| εσύ | κανάκεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανάκεψε |
| εμείς | κανακέψαμε |
| εσείς | κανακέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανάκεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κανακέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κανακέψω |
| εσύ | κανακέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανακέψει |
| εμείς | κανακέψουμε |
| εσείς | κανακέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανακέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κανάκευε |
| εσείς | κανακεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κανάκεψε |
| εσείς | κανακέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κανακέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κανακεύομαι |
| εσύ | κανακεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανακεύεται |
| εμείς | κανακευόμαστε |
| εσείς | κανακεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανακεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | κανακευόμουν |
| εσύ | κανακευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανακευόταν |
| εμείς | κανακευόμασταν |
| εσείς | κανακευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανακεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | κανακεύτηκα |
| εσύ | κανακεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανακεύτηκε |
| εμείς | κανακευτήκαμε |
| εσείς | κανακευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανακεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κανακευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κανακευτώ |
| εσύ | κανακευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κανακευτεί |
| εμείς | κανακευτούμε |
| εσείς | κανακευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κανακευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κανακεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κανακέψου |
| εσείς | κανακευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κανακευτεί |