Conjugation of καλύπτω
kaˈli.ptoσυλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καλύπτω |
| εσύ | καλύπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλύπτει |
| εμείς | καλύπτουμε |
| εσείς | καλύπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλύπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | κάλυπτα |
| εσύ | κάλυπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάλυπτε |
| εμείς | καλύπταμε |
| εσείς | καλύπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάλυπταν |
Αόριστος
| εγώ | κάλυψα |
| εσύ | κάλυψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάλυψε |
| εμείς | καλύψαμε |
| εσείς | καλύψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάλυψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καλύψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καλύψω |
| εσύ | καλύψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλύψει |
| εμείς | καλύψουμε |
| εσείς | καλύψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλύψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κάλυπτε |
| εσείς | καλύπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάλυψε |
| εσείς | καλύψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καλύψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καλύπτομαι |
| εσύ | καλύπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλύπτεται |
| εμείς | καλυπτόμαστε |
| εσείς | καλύπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλύπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | καλυπτόμουν |
| εσύ | καλυπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλυπτόταν |
| εμείς | καλυπτόμασταν |
| εσείς | καλυπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλύπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | καλύφθηκα |
| εσύ | καλύφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλύφθηκε |
| εμείς | καλυφθήκαμε |
| εσείς | καλυφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλύφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καλυφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καλυφθώ |
| εσύ | καλυφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλυφθεί |
| εμείς | καλυφθούμε |
| εσείς | καλυφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλυφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καλύπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καλύψου |
| εσείς | καλυφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καλυφθεί |