HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καλύπτω — definition

Conjugation of καλύπτω

Regular CEFR C1
kaˈli.pto

συλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καλύπτω
εσύ καλύπτεις
αυτός / αυτή / αυτό καλύπτει
εμείς καλύπτουμε
εσείς καλύπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά καλύπτουν
Παρατατικός
εγώ κάλυπτα
εσύ κάλυπτες
αυτός / αυτή / αυτό κάλυπτε
εμείς καλύπταμε
εσείς καλύπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάλυπταν
Αόριστος
εγώ κάλυψα
εσύ κάλυψες
αυτός / αυτή / αυτό κάλυψε
εμείς καλύψαμε
εσείς καλύψατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάλυψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλύψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καλύψω
εσύ καλύψεις
αυτός / αυτή / αυτό καλύψει
εμείς καλύψουμε
εσείς καλύψετε
αυτοί / αυτές / αυτά καλύψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κάλυπτε
εσείς καλύπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάλυψε
εσείς καλύψτε
Απαρέμφατο αορίστου
καλύψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καλύπτομαι
εσύ καλύπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καλύπτεται
εμείς καλυπτόμαστε
εσείς καλύπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καλύπτονται
Παρατατικός
εγώ καλυπτόμουν
εσύ καλυπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καλυπτόταν
εμείς καλυπτόμασταν
εσείς καλυπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καλύπτονταν
Αόριστος
εγώ καλύφθηκα
εσύ καλύφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καλύφθηκε
εμείς καλυφθήκαμε
εσείς καλυφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καλύφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλυφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καλυφθώ
εσύ καλυφθείς
αυτός / αυτή / αυτό καλυφθεί
εμείς καλυφθούμε
εσείς καλυφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καλυφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καλύπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καλύψου
εσείς καλυφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καλυφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary