HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καλλωπίζω — definition

Conjugation of καλλωπίζω

Regular CEFR B2
ka.loˈpi.zo

περιποιούμαι κάτι με σκοπό να το κάνω πιο όμορφο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καλλωπίζω
εσύ καλλωπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό καλλωπίζει
εμείς καλλωπίζουμε
εσείς καλλωπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά καλλωπίζουν
Παρατατικός
εγώ καλλώπιζα
εσύ καλλώπιζες
αυτός / αυτή / αυτό καλλώπιζε
εμείς καλλωπίζαμε
εσείς καλλωπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά καλλώπιζαν
Αόριστος
εγώ καλλώπισα
εσύ καλλώπισες
αυτός / αυτή / αυτό καλλώπισε
εμείς καλλωπίσαμε
εσείς καλλωπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καλλώπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλλωπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καλλωπίσω
εσύ καλλωπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό καλλωπίσει
εμείς καλλωπίσουμε
εσείς καλλωπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καλλωπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καλλώπιζε
εσείς καλλωπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καλλώπισε
εσείς καλλωπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
καλλωπίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καλλωπίζομαι
εσύ καλλωπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καλλωπίζεται
εμείς καλλωπιζόμαστε
εσείς καλλωπίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καλλωπίζονται
Παρατατικός
εγώ καλλωπιζόμουν
εσύ καλλωπιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καλλωπιζόταν
εμείς καλλωπιζόμασταν
εσείς καλλωπιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καλλωπίζονταν
Αόριστος
εγώ καλλωπίστηκα
εσύ καλλωπίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό καλλωπίστηκε
εμείς καλλωπιστήκαμε
εσείς καλλωπιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καλλωπίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλλωπιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καλλωπιστώ
εσύ καλλωπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό καλλωπιστεί
εμείς καλλωπιστούμε
εσείς καλλωπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καλλωπιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καλλωπίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καλλωπίσου
εσείς καλλωπιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καλλωπιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary