Conjugation of καλλωπίζω
ka.loˈpi.zoπεριποιούμαι κάτι με σκοπό να το κάνω πιο όμορφο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καλλωπίζω |
| εσύ | καλλωπίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλλωπίζει |
| εμείς | καλλωπίζουμε |
| εσείς | καλλωπίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλλωπίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | καλλώπιζα |
| εσύ | καλλώπιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλλώπιζε |
| εμείς | καλλωπίζαμε |
| εσείς | καλλωπίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλλώπιζαν |
Αόριστος
| εγώ | καλλώπισα |
| εσύ | καλλώπισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλλώπισε |
| εμείς | καλλωπίσαμε |
| εσείς | καλλωπίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλλώπισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καλλωπίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καλλωπίσω |
| εσύ | καλλωπίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλλωπίσει |
| εμείς | καλλωπίσουμε |
| εσείς | καλλωπίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλλωπίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καλλώπιζε |
| εσείς | καλλωπίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καλλώπισε |
| εσείς | καλλωπίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καλλωπίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καλλωπίζομαι |
| εσύ | καλλωπίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλλωπίζεται |
| εμείς | καλλωπιζόμαστε |
| εσείς | καλλωπίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλλωπίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | καλλωπιζόμουν |
| εσύ | καλλωπιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλλωπιζόταν |
| εμείς | καλλωπιζόμασταν |
| εσείς | καλλωπιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλλωπίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | καλλωπίστηκα |
| εσύ | καλλωπίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλλωπίστηκε |
| εμείς | καλλωπιστήκαμε |
| εσείς | καλλωπιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλλωπίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καλλωπιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καλλωπιστώ |
| εσύ | καλλωπιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καλλωπιστεί |
| εμείς | καλλωπιστούμε |
| εσείς | καλλωπιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καλλωπιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καλλωπίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καλλωπίσου |
| εσείς | καλλωπιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καλλωπιστεί |