HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κακοποιώ — definition

Conjugation of κακοποιώ

Regular CEFR B2
ka.ko.piˈo

συμπεριφέρομαι χωρίς σεβασμό και με εσφαλμένο τρόπο σε κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κακοποιώ
εσύ κακοποιείς
αυτός / αυτή / αυτό κακοποιεί
εμείς κακοποιούμε
εσείς κακοποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κακοποιούν
Παρατατικός
εγώ κακοποιούσα
εσύ κακοποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό κακοποιούσε
εμείς κακοποιούσαμε
εσείς κακοποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κακοποιούσαν
Αόριστος
εγώ κακοποίησα
εσύ κακοποίησες
αυτός / αυτή / αυτό κακοποίησε
εμείς κακοποιήσαμε
εσείς κακοποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κακοποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κακοποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κακοποιήσω
εσύ κακοποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κακοποιήσει
εμείς κακοποιήσουμε
εσείς κακοποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κακοποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κακοποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κακοποίησε
εσείς κακοποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κακοποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κακοποιούμαι
εσύ κακοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό κακοποιείται
εμείς κακοποιούμαστε
εσείς κακοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά κακοποιούνται
Παρατατικός
εγώ κακοποιούμουν
εσύ κακοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κακοποιούνταν
εμείς κακοποιούμασταν
εσείς [κακοποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά κακοποιούνταν
Αόριστος
εγώ κακοποιήθηκα
εσύ κακοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κακοποιήθηκε
εμείς κακοποιηθήκαμε
εσείς κακοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κακοποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κακοποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κακοποιηθώ
εσύ κακοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κακοποιηθεί
εμείς κακοποιηθούμε
εσείς κακοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κακοποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κακοποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κακοποιήσου
εσείς κακοποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κακοποιηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary