Conjugation of κακοποιώ
ka.ko.piˈoσυμπεριφέρομαι χωρίς σεβασμό και με εσφαλμένο τρόπο σε κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κακοποιώ |
| εσύ | κακοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κακοποιεί |
| εμείς | κακοποιούμε |
| εσείς | κακοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κακοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | κακοποιούσα |
| εσύ | κακοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κακοποιούσε |
| εμείς | κακοποιούσαμε |
| εσείς | κακοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κακοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κακοποίησα |
| εσύ | κακοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κακοποίησε |
| εμείς | κακοποιήσαμε |
| εσείς | κακοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κακοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κακοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κακοποιήσω |
| εσύ | κακοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κακοποιήσει |
| εμείς | κακοποιήσουμε |
| εσείς | κακοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κακοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κακοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κακοποίησε |
| εσείς | κακοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κακοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κακοποιούμαι |
| εσύ | κακοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κακοποιείται |
| εμείς | κακοποιούμαστε |
| εσείς | κακοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κακοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | κακοποιούμουν |
| εσύ | κακοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κακοποιούνταν |
| εμείς | κακοποιούμασταν |
| εσείς | [κακοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κακοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | κακοποιήθηκα |
| εσύ | κακοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κακοποιήθηκε |
| εμείς | κακοποιηθήκαμε |
| εσείς | κακοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κακοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κακοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κακοποιηθώ |
| εσύ | κακοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κακοποιηθεί |
| εμείς | κακοποιηθούμε |
| εσείς | κακοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κακοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κακοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κακοποιήσου |
| εσείς | κακοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κακοποιηθεί |