HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καθυστερώ — definition

Conjugation of καθυστερώ

Regular CEFR C2
ka.θi.steˈɾo

κάνω κάτι αργότερα από ό,τι έχει καθοριστεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθυστερώ
εσύ καθυστερείς
αυτός / αυτή / αυτό καθυστερεί
εμείς καθυστερούμε
εσείς καθυστερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καθυστερούν
Παρατατικός
εγώ καθυστερούσα
εσύ καθυστερούσες
αυτός / αυτή / αυτό καθυστερούσε
εμείς καθυστερούσαμε
εσείς καθυστερούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθυστερούσαν
Αόριστος
εγώ καθυστέρησα
εσύ καθυστέρησες
αυτός / αυτή / αυτό καθυστέρησε
εμείς καθυστερήσαμε
εσείς καθυστερήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθυστέρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθυστερήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθυστερήσω
εσύ καθυστερήσεις
αυτός / αυτή / αυτό καθυστερήσει
εμείς καθυστερήσουμε
εσείς καθυστερήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθυστερήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθυστερείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθυστέρησε
εσείς καθυστερήστε
Απαρέμφατο αορίστου
καθυστερήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary