Conjugation of καθορίζω
ka.θoˈɾi.zoαποτελώ πολύ σημαντικό χαρακτήρα για την πορεία και την τελική μορφή που αποκτά κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθορίζω |
| εσύ | καθορίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθορίζει |
| εμείς | καθορίζουμε |
| εσείς | καθορίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθορίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | καθόριζα |
| εσύ | καθόριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθόριζε |
| εμείς | καθορίζαμε |
| εσείς | καθορίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθόριζαν |
Αόριστος
| εγώ | καθόρισα |
| εσύ | καθόρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθόρισε |
| εμείς | καθορίσαμε |
| εσείς | καθορίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθόρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθορίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθορίσω |
| εσύ | καθορίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθορίσει |
| εμείς | καθορίσουμε |
| εσείς | καθορίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθορίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καθόριζε |
| εσείς | καθορίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθόρισε |
| εσείς | καθορίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθορίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθορίζομαι |
| εσύ | καθορίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθορίζεται |
| εμείς | καθοριζόμαστε |
| εσείς | καθορίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθορίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | καθοριζόμουν |
| εσύ | καθοριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοριζόταν |
| εμείς | καθοριζόμασταν |
| εσείς | καθοριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθορίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | καθορίστηκα |
| εσύ | καθορίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθορίστηκε |
| εμείς | καθοριστήκαμε |
| εσείς | καθοριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθορίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθοριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθοριστώ |
| εσύ | καθοριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοριστεί |
| εμείς | καθοριστούμε |
| εσείς | καθοριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καθορίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθορίσου |
| εσείς | καθοριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθοριστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.