HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καθιδρύω — definition

Conjugation of καθιδρύω

Regular CEFR B2
ka.θiˈðri.o

εγκαθιδρύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθιδρύω
εσύ καθιδρύεις
αυτός / αυτή / αυτό καθιδρύει
εμείς καθιδρύουμε
εσείς καθιδρύετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιδρύουν
Παρατατικός
εγώ καθίδρυα
εσύ καθίδρυες
αυτός / αυτή / αυτό καθίδρυε
εμείς καθιδρύαμε
εσείς καθιδρύατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθίδρυαν
Αόριστος
εγώ καθίδρυσα
εσύ καθίδρυσες
αυτός / αυτή / αυτό καθίδρυσε
εμείς καθιδρύσαμε
εσείς καθιδρύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθίδρυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθιδρύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθιδρύσω
εσύ καθιδρύσεις
αυτός / αυτή / αυτό καθιδρύσει
εμείς καθιδρύσουμε
εσείς καθιδρύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιδρύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καθίδρυε
εσείς καθιδρύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθίδρυσε
εσείς καθιδρύστε
Απαρέμφατο αορίστου
καθιδρύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθιδρύομαι
εσύ καθιδρύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καθιδρύεται
εμείς καθιδρυόμαστε
εσείς καθιδρύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιδρύονται
Παρατατικός
εγώ καθιδρυόμουν
εσύ καθιδρυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καθιδρυόταν
εμείς καθιδρυόμασταν
εσείς καθιδρυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καθιδρύονταν
Αόριστος
εγώ καθιδρύθηκα
εσύ καθιδρύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καθιδρύθηκε
εμείς καθιδρυθήκαμε
εσείς καθιδρυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιδρύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθιδρυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθιδρυθώ
εσύ καθιδρυθείς
αυτός / αυτή / αυτό καθιδρυθεί
εμείς καθιδρυθούμε
εσείς καθιδρυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιδρυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθιδρύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθιδρύσου
εσείς καθιδρυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καθιδρυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary