Conjugation of καθησυχάζω
ka.θi.siˈxa.zoπείθω ή προσπαθώ να πείσω κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθησυχάζω |
| εσύ | καθησυχάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθησυχάζει |
| εμείς | καθησυχάζουμε |
| εσείς | καθησυχάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθησυχάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | καθησύχαζα |
| εσύ | καθησύχαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθησύχαζε |
| εμείς | καθησυχάζαμε |
| εσείς | καθησυχάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθησύχαζαν |
Αόριστος
| εγώ | καθησύχασα |
| εσύ | καθησύχασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθησύχασε |
| εμείς | καθησυχάσαμε |
| εσείς | καθησυχάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθησύχασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθησυχάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθησυχάσω |
| εσύ | καθησυχάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθησυχάσει |
| εμείς | καθησυχάσουμε |
| εσείς | καθησυχάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθησυχάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καθησύχαζε |
| εσείς | καθησυχάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθησύχασε |
| εσείς | καθησυχάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθησυχάσει |