HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καθησυχάζω — definition

Conjugation of καθησυχάζω

Regular CEFR B2
ka.θi.siˈxa.zo

πείθω ή προσπαθώ να πείσω κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθησυχάζω
εσύ καθησυχάζεις
αυτός / αυτή / αυτό καθησυχάζει
εμείς καθησυχάζουμε
εσείς καθησυχάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθησυχάζουν
Παρατατικός
εγώ καθησύχαζα
εσύ καθησύχαζες
αυτός / αυτή / αυτό καθησύχαζε
εμείς καθησυχάζαμε
εσείς καθησυχάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθησύχαζαν
Αόριστος
εγώ καθησύχασα
εσύ καθησύχασες
αυτός / αυτή / αυτό καθησύχασε
εμείς καθησυχάσαμε
εσείς καθησυχάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθησύχασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθησυχάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθησυχάσω
εσύ καθησυχάσεις
αυτός / αυτή / αυτό καθησυχάσει
εμείς καθησυχάσουμε
εσείς καθησυχάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθησυχάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καθησύχαζε
εσείς καθησυχάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθησύχασε
εσείς καθησυχάστε
Απαρέμφατο αορίστου
καθησυχάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary