HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καθαρεύω — definition

Conjugation of καθαρεύω

Regular CEFR B2
ka.θaˈre.vo

to speak or write in a puristic manner Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθαρεύω
εσύ καθαρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό καθαρεύει
εμείς καθαρεύουμε
εσείς καθαρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθαρεύουν
Παρατατικός
εγώ καθάρευα
εσύ καθάρευες
αυτός / αυτή / αυτό καθάρευε
εμείς καθαρεύαμε
εσείς καθαρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθάρευαν
Αόριστος
εγώ καθάρεψα
εσύ καθάρεψες
αυτός / αυτή / αυτό καθάρεψε
εμείς καθαρέψαμε
εσείς καθαρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθάρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθαρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθαρέψω
εσύ καθαρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό καθαρέψει
εμείς καθαρέψουμε
εσείς καθαρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθαρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καθάρευε
εσείς καθαρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθάρεψε
εσείς καθαρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
καθαρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθαρεύομαι
εσύ καθαρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καθαρεύεται
εμείς καθαρευόμαστε
εσείς καθαρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καθαρεύονται
Παρατατικός
εγώ καθαρευόμουν
εσύ καθαρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καθαρευόταν
εμείς καθαρευόμασταν
εσείς καθαρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καθαρεύονταν
Αόριστος
εγώ καθαρεύτηκα
εσύ καθαρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό καθαρεύτηκε
εμείς καθαρευτήκαμε
εσείς καθαρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθαρεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθαρευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθαρευτώ
εσύ καθαρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό καθαρευτεί
εμείς καθαρευτούμε
εσείς καθαρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καθαρευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθαρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθαρέψου
εσείς καθαρευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καθαρευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary