Conjugation of καδράρω
kaˈðɾa.ɾoφροντίζω την γωνία της φωτογραφικής ή κινηματογραφικής λήψης Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καδράρω |
| εσύ | καδράρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καδράρει |
| εμείς | καδράρουμε |
| εσείς | καδράρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καδράρουν |
Παρατατικός
| εγώ | καδράριζα |
| εσύ | καδράριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καδράριζε |
| εμείς | καδράραμε |
| εσείς | καδράρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καδράριζαν |
Αόριστος
| εγώ | καδράρισα |
| εσύ | καδράρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καδράρισε |
| εμείς | καδράραμε |
| εσείς | καδράρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καδράρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καδράρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καδράρω |
| εσύ | καδράρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καδράρει |
| εμείς | καδράρουμε |
| εσείς | καδράρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καδράρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καδράριζε |
| εσείς | καδράρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καδράρισε |
| εσείς | καδράρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καδράρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καδράρομαι |
| εσύ | καδράρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καδράρεται |
| εμείς | καδραριζόμαστε |
| εσείς | καδράρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καδράρονται |
Παρατατικός
| εγώ | καδραριζόμουν |
| εσύ | καδραριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καδραριζόταν |
| εμείς | καδραριζόμασταν |
| εσείς | καδραριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καδράρονταν |
Αόριστος
| εγώ | καδραρίστηκα |
| εσύ | καδραρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καδραρίστηκε |
| εμείς | καδραριστήκαμε |
| εσείς | καδραριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καδραρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καδραριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καδραριστώ |
| εσύ | καδραριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καδραριστεί |
| εμείς | καδραριστούμε |
| εσείς | καδραριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καδραριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καδράρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | καδραριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καδραριστεί |