HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καδράρω — definition

Conjugation of καδράρω

Regular CEFR B1
kaˈðɾa.ɾo

φροντίζω την γωνία της φωτογραφικής ή κινηματογραφικής λήψης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καδράρω
εσύ καδράρεις
αυτός / αυτή / αυτό καδράρει
εμείς καδράρουμε
εσείς καδράρετε
αυτοί / αυτές / αυτά καδράρουν
Παρατατικός
εγώ καδράριζα
εσύ καδράριζες
αυτός / αυτή / αυτό καδράριζε
εμείς καδράραμε
εσείς καδράρατε
αυτοί / αυτές / αυτά καδράριζαν
Αόριστος
εγώ καδράρισα
εσύ καδράρισες
αυτός / αυτή / αυτό καδράρισε
εμείς καδράραμε
εσείς καδράρατε
αυτοί / αυτές / αυτά καδράρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καδράρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καδράρω
εσύ καδράρεις
αυτός / αυτή / αυτό καδράρει
εμείς καδράρουμε
εσείς καδράρετε
αυτοί / αυτές / αυτά καδράρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καδράριζε
εσείς καδράρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καδράρισε
εσείς καδράρετε
Απαρέμφατο αορίστου
καδράρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καδράρομαι
εσύ καδράρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καδράρεται
εμείς καδραριζόμαστε
εσείς καδράρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καδράρονται
Παρατατικός
εγώ καδραριζόμουν
εσύ καδραριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καδραριζόταν
εμείς καδραριζόμασταν
εσείς καδραριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καδράρονταν
Αόριστος
εγώ καδραρίστηκα
εσύ καδραρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό καδραρίστηκε
εμείς καδραριστήκαμε
εσείς καδραριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καδραρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καδραριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καδραριστώ
εσύ καδραριστείς
αυτός / αυτή / αυτό καδραριστεί
εμείς καδραριστούμε
εσείς καδραριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καδραριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καδράρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς καδραριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καδραριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary