HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καβγαδίζω — definition

Conjugation of καβγαδίζω

Regular CEFR B2
ka.vɣaˈði.zo

μαλώνω με κάποιον, διαπληκτίζομαι, λογομαχώ έντονα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καβγαδίζω
εσύ καβγαδίζεις
αυτός / αυτή / αυτό καβγαδίζει
εμείς καβγαδίζουμε
εσείς καβγαδίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά καβγαδίζουν
Παρατατικός
εγώ καβγάδιζα
εσύ καβγάδιζες
αυτός / αυτή / αυτό καβγάδιζε
εμείς καβγαδίζαμε
εσείς καβγαδίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά καβγάδιζαν
Αόριστος
εγώ καβγάδισα
εσύ καβγάδισες
αυτός / αυτή / αυτό καβγάδισε
εμείς καβγαδίσαμε
εσείς καβγαδίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καβγάδισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καβγαδίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καβγαδίσω
εσύ καβγαδίσεις
αυτός / αυτή / αυτό καβγαδίσει
εμείς καβγαδίσουμε
εσείς καβγαδίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καβγαδίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καβγάδιζε
εσείς καβγαδίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καβγάδισε
εσείς καβγαδίστε
Απαρέμφατο αορίστου
καβγαδίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary