HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καβαλάω — definition

Conjugation of καβαλάω

Regular CEFR C2

to straddle, sit astride Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καβαλάω
εσύ καβαλάς
αυτός / αυτή / αυτό καβαλάει
εμείς καβαλάμε
εσείς καβαλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά καβαλάνε
Παρατατικός
εγώ καβαλούσα
εσύ καβαλούσες
αυτός / αυτή / αυτό καβαλούσε
εμείς καβαλούσαμε
εσείς καβαλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καβαλούσαν
Αόριστος
εγώ καβάλησα
εσύ καβάλησες
αυτός / αυτή / αυτό καβάλησε
εμείς καβαλήσαμε
εσείς καβαλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καβάλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καβαλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καβαλήσω
εσύ καβαλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό καβαλήσει
εμείς καβαλήσουμε
εσείς καβαλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καβαλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καβάλα
εσείς καβαλάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καβάλησε
εσείς καβαλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
καβαλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καβαλιέμαι
εσύ καβαλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό καβαλιέται
εμείς καβαλιόμαστε
εσείς καβαλιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά καβαλιούνται
Παρατατικός
εγώ καβαλιόμουν
εσύ καβαλιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καβαλιόταν
εμείς καβαλιόμασταν
εσείς καβαλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καβαλιόνταν
Αόριστος
εγώ καβαλήθηκα
εσύ καβαλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καβαλήθηκε
εμείς καβαληθήκαμε
εσείς καβαληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καβαλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καβαληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καβαληθώ
εσύ καβαληθείς
αυτός / αυτή / αυτό καβαληθεί
εμείς καβαληθούμε
εσείς καβαληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καβαληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καβαλιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καβαλήσου
εσείς καβαληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καβαληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary