HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κάνω — definición

Conjugation of κάνω

Regular CEFR A1
/ˈkano/

προσλαμβάνω ή τοποθετώ κάποιον σε μια θέση μετά από εκλογή ή επιλογή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κάνω (κάμνω →)
εσύ κάνεις
αυτός / αυτή / αυτό κάνει
εμείς κάνουμε
εσείς κάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κάνουν
Παρατατικός
εγώ έκανα
εσύ έκανες
αυτός / αυτή / αυτό έκανε
εμείς κάναμε
εσείς κάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκαναν
Αόριστος
εγώ έκανα
εσύ έκανες
αυτός / αυτή / αυτό έκανε
εμείς κάναμε
εσείς κάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκαναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κάνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κάνω
εσύ κάνεις
αυτός / αυτή / αυτό κάνει
εμείς κάνουμε
εσείς κάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κάνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κάνε
εσείς κάνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάνε
εσείς κάντε
Απαρέμφατο αορίστου
κάνει

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary