HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ισχύω — definition

Conjugation of ισχύω

Regular CEFR B1
iˈsçi.o

έχω ισχύ, παρέχω τη δυνατότητα, έχω κύρος, είμαι έγκυρος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ισχύω
εσύ ισχύεις
αυτός / αυτή / αυτό ισχύει
εμείς ισχύουμε
εσείς ισχύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισχύουν
Παρατατικός
εγώ ίσχυα
εσύ ίσχυες
αυτός / αυτή / αυτό ίσχυε
εμείς ισχύαμε
εσείς ισχύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ίσχυαν
Αόριστος
εγώ ίσχυσα
εσύ ίσχυσες
αυτός / αυτή / αυτό ίσχυσε
εμείς ισχύσαμε
εσείς ισχύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ίσχυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισχύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ισχύσω
εσύ ισχύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ισχύσει
εμείς ισχύσουμε
εσείς ισχύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισχύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ίσχυε
εσείς ισχύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ίσχυσε
εσείς ισχύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ισχύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary