Conjugation of ιστορώ
εικονογραφώ έναν ναό ή ένα χειρόγραφο με παραστάσεις εμπνευσμένες από την Αγία Γραφή ή την εκκλησιαστική παράδοση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ιστορώ |
| εσύ | ιστορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιστορεί |
| εμείς | ιστορούμε |
| εσείς | ιστορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιστορούν |
Παρατατικός
| εγώ | ιστορούσα |
| εσύ | ιστορούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιστορούσε |
| εμείς | ιστορούσαμε |
| εσείς | ιστορούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιστορούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ιστόρησα |
| εσύ | ιστόρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιστόρησε |
| εμείς | ιστορήσαμε |
| εσείς | ιστορήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιστόρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ιστορήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ιστορήσω |
| εσύ | ιστορήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιστορήσει |
| εμείς | ιστορήσουμε |
| εσείς | ιστορήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιστορήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ιστορείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ιστόρησε |
| εσείς | ιστορήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ιστορήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ιστορούμαι |
| εσύ | ιστορείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιστορείται |
| εμείς | ιστορούμαστε |
| εσείς | ιστορείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιστορούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | ιστορούνταν |
| εμείς | ιστορούμασταν |
| εσείς | [ιστορούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιστορούνταν |
Αόριστος
| εγώ | ιστορήθηκα |
| εσύ | ιστορήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιστορήθηκε |
| εμείς | ιστορηθήκαμε |
| εσείς | ιστορηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιστορήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ιστορηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ιστορηθώ |
| εσύ | ιστορηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιστορηθεί |
| εμείς | ιστορηθούμε |
| εσείς | ιστορηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιστορηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ιστορείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ιστορήσου |
| εσείς | ιστορηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ιστορηθεί |